4_ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το γλωσσάρι της ισότητας των φύλων

0

Σεξισμός, παρενόχληση, έμφυλη βία, δυσφορία φύλου, ίντερσεξ, βιασμός. Τι σημαίνουν όλες αυτές οι λέξεις που ακούμε όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια στην καθημερινότητά μας, τι ρόλο παίζουν στη ζωή μας και πώς μπορούμε να τις εντάξουμε στο λεξιλόγιό μας με τον σωστό τρόπο;

Με αφορμή την Ημέρα της Γυναίκας (8 Μαρτίου), αλλά και της κάθε ημέρας που μας επιτρέπει να πάμε ένα βήμα πιο κοντά στην ισότητα των φύλων και των ανθρώπων γενικότερα, ετοιμάσαμε ένα λεξικό, που φαίνεται να είναι πιο επίκαιρο από ποτέ.

Ισότητα Φύλων

Ως ισότητα ορίζεται «η απόλαυση ίσων δικαιωμάτων και ίσης μεταχείρισης από άνδρες, γυναίκες, αγόρια και κορίτσια σε όλες τις πτυχές της ζωής».

Ωστόσο, στη διάρκεια των χρόνων μέχρι και σήμερα, η ισότητα των φύλων συνδέεται στενά με τα δικαιώματα των γυναικών και για να επιτευχθεί αυτή, θα πρέπει να εξαλειφθούν τα παρακάτω φαινόμενα:


  • Σεξισμός: Είναι η συστημική διάκριση και καταπίεση που υφίστανται όλα τα άτομα που δεν είναι άνδρες (και κυρίως οι γυναίκες και όσα άτομα «διαβάζονται» ως γυναίκες) με βάση το φύλο ή το σώμα τους και μόνο. Ο σεξισμός έχει «γεννηθεί» μέσα από την πατριαρχική δομή της κοινωνίας, η οποία βασίζεται στην ανωτερότητα του άνδρα και της αρρενωπότητας. Παράγωγα του αποτελούν η ομοφοβία, η αμφιφοβία και η τρανσφοβία. O σεξισμός αποτελεί ένα σύστημα καταπίεσης, που είναι ενσωματωμένο στους κυρίαρχους κοινωνικούς, πολιτισμικούς και οικονομικούς θεσμούς και πολλές φορές δεν γίνεται αντιληπτός στις μικρότερες εκφάνσεις του.
  • Πατριαρχία: Η πατριαρχία αποτελεί το σύστημα εκείνο, που ιστορικά οργανώνει και αναπαράγει σε κοινωνικό, πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο τις έμφυλες σχέσεις εξουσίας, τις άνισες και κυριαρχικές σχέσεις μεταξύ των κοινωνικών φύλων, της επικράτησης μιας ανδροκρατικής αντίληψης εις βάρος των γυναικών και όσων δεν ταυτίζονται με αυτή.
  • Μισθολογικό χάσμα: Το μισθολογικό χάσμα των φύλων είναι η διαφορά μεταξύ των μέσων ετήσιων αποδοχών μεταξύ γυναικών και ανδρών. Βασίζεται στους μισθούς που καταβάλλονται απευθείας στους εργαζόμενους, πριν αφαιρεθεί ο φόρος εισοδήματος και οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης. Σύμφωνα με έρευνα του 2019, η μέση διαφορά αμοιβών μεταξύ φύλων στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανερχόταν στο 14.1%, ενώ στην Ελλάδα το ποσοστό ήταν στο 10.4%. Το υψηλότερο ποσοστό τότε είχε η Εσθονία (21.7%) και το μικρότερο το Λουξεμβούργο (1.3%). Είναι μία από τις σημαντικότερες διακρίσεις κατά των γυναικών στο χώρο εργασίας. Πάντως, ένα μικρότερο χάσμα αμοιβών σε μία χώρα δεν συνεπάγεται απαραίτητα και μεγαλύτερη ισότητα των φύλων.
  • Ανδροκεντρισμός: Πρόκειται για εκείνη τη θεώρηση του κόσμου, η οποία ανάγει την ανδρική ματιά και ερμηνεία ως καθολική για το σύνολο της ανθρωπότητας. Η ανδρική αντίληψη της πραγματικότητας και των κοινωνικών σχέσεων αποτελεί το σημείο αναφοράς και το μέτρο σύγκρισης για την ανθρώπινη εμπειρία, ενώ η γυναικεία παραβλέπεται, ή αποτελεί την «εξαίρεση», το «διαφορετικό» και το «ιδιαίτερο».
  • Mansplaining: Η διαδικασία, μέσω της οποίας ένας άντρας «εξηγεί» σε μια γυναίκα ένα θέμα που την αφορά άμεσα, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει το θέμα ή να έχει προσωπική εμπειρία.
  • Αορατότητα των γυναικών: Φαινόμενο, το οποίο αναφέρεται στην απουσία αναγνώρισης ή στη μεροληπτική απεικόνιση της συνεισφοράς των γυναικών στην κοινωνία. Η παράλειψη αυτή αφορά τις γυναίκες ως ενεργητικά υποκείμενα και συναντάται σε πολλαπλούς τομείς: στην εργασία, την πολιτική, την τέχνη, τον πολιτισμό.
  • Slut shaming: Η ταπείνωση μιας γυναίκας, της οποίας η σεξουαλικότητα δεν ακολουθεί το στενό πατριαρχικό μοντέλο. Άμεσο αποτέλεσμα αυτής της διαπόμπευσης είναι ότι στα μάτια κάποιου κόσμου, η σεξουαλικότητα μιας γυναίκας (ή/και τα ρούχα που φοράει) μπορεί να αντιμετωπιστεί ως αίτιο μιας επίθεσης. Αρκετός κόσμος πιστεύει ακόμη πως στην περίπτωση π.χ. ενός βιασμού παίζει ρόλο τι έκανε ή τι φορούσε το θύμα, ενώ ΤΟ ΜΟΝΟ πράγμα που παίζει ρόλο στην πραγματικότητα είναι οι πράξεις του βιαστή.
  • Σεξουαλική παρενόχληση: Οποιαδήποτε μη επιθυμητή λεκτική ή σωματική συμπεριφορά με σεξουαλικό κίνητρο, η οποία θεωρείται προσβλητική από την/τον αποδέκτη. Η σεξουαλική παρενόχληση μπορεί να λάβει χώρα στο εργασιακό περιβάλλον, σε χώρους εκπαίδευσης, αθλητισμού, θρησκευτικής λατρείας, σε κοινωνικά ιδρύματα, καθώς και σε οποιοδήποτε τομέα της κοινωνικής ζωής, όπου η ιεραρχία και οι σχέσεις εξουσίας μπορούν να αποτελουύν παράγοντες ευαλωτότητας και θυματοποίησης. Δράστες στο χώρο εργασίας μπορεί να είναι εργοδότες, προϊστάμενοι ή συνάδελφοι. Η συστηματική και κατ’ εξακολούθηση σεξουαλική παρενόχληση έχει σοβαρές ψυχολογικές και κοινωνικές συνέπειες στη ζωή του ατόμου που την υφίσταται. Δημιουργεί ανασφαλές, αβέβαιο και επικίνδυνο εργασιακό περιβάλλον, καθώς συντελεί στη δημιουργία κλίματος ντροπής, αμηχανίας, περιορισμού, ακόμα και ταπείνωσης ή εχθρικότητας, που γίνεται ασφυκτικό για το παρενοχλούμενο άτομο. Συχνά αυτοί που ασκούν σεξουαλική παρενόχληση, χρησιμοποιούν την απόρριψη ή την αποδοχή της συμπεριφοράς τους, για να επηρεάσουν την πρόσβαση του παρενοχλούμενου ατόμου στην επαγγελματική κατάρτιση, στη συνέχιση της απασχόλησης, στην προαγωγή, στο μισθό ή στις συνθήκες εργασίας.
  • Σεξουαλική εκμετάλλευση: Εδώ εντάσσεται η εξαναγκαστική πορνεία ή η ανταλλαγή σεξουαλικής χάρης με υλικά αγαθά, υπηρεσίες και υποστήριξη. Ως επί το πλείστον, τα θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης είναι γυναίκες και νεαρά κορίτσια, αλλά και έφηβα αγόρια, που δεν μπορούν να καλύψουν τις βασικές βιοτικές τους ανάγκες. Στόχος αυτής της μορφής έμφυλης βίας είναι η εξασφάλιση (οικονομικού, κοινωνικού, πολιτικού) κέρδους από το θύμα. Συχνά ο θύτης καταχράται τη θέση και την εξουσία του, αλλά και την ευαλωτότητα ή την εμπιστοσύνη του θύματος.
  • Εξαναγκαστικός και πρόωρος γάμος: Ο εξαναγκαστικός γάμος είναι οποιοσδήποτε γάμος, ο οποίος διεξάγεται χωρίς την πλήρη συναίνεση και των δύο μερών. Συνήθως κατά την τέλεσή του χρησιμοποιείται πίεση για να καμφθεί η θέληση του ενός ατόμου. Σχετικά με τον πρόωρο γάμο, είναι η μορφή που συμπεριλαμβάνει ένα άτομο μικρότερο των 18 ετών. Οι περισσότεροι πρόωροι γάμοι έχουν τη συγκατάθεση των γονέων.
  • Εμπορία ανθρώπων (human trafficking): Τo human trafficking είναι ένα ειδεχθές έγκλημα έμφυλης βίας, που παραβιάζει την έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Μέσω βίας, απειλών, απαγωγών, εξαναγκασμού, αλλά και εξαπάτησης και κατάχρησης της ευάλωτης θέσης του άλλου προσώπου, εκατομμύρια άνθρωποι (κυρίως γυναίκες και παιδιά) στρατολογούνται, ξεριζώνονται από τις εστίες τους, κρατούνται έγκλειστοι/ες, διακινούνται σαν να ήταν εμπορεύματα, με ένα και μοναδικό σκοπό την οικονομική εκμετάλλευση. Το καθεστώς εξαναγκαστικής πορνείας ή άλλες μορφές σεξουαλικής εκμετάλλευσης, η αναγκαστική εργασία, η αναγκαστική επαιτεία, το καθεστώς δουλείας ή παρόμοιων με αυτήν πρακτικών, οι εξαναγκαστικοί γάμοι παιδιών, αλλά και η αφαίρεση σωματικών οργάνων, αποτελούν μορφές της εμπορίας ανθρώπων.
  • Βιασμός: Ο εξαναγκασμός ατόμου χωρίς την ελεύθερη, εκούσια και αβίαστη συναίνεσή του, σε συνουσία ή σε άλλη ασελγή πράξη ή ανοχή τέτοιας πράξης, καθώς και η εν γένει τέλεση γενετήσιας πράξης χωρίς τη συναίνεσή του.
  • Γυναικοκτονία: Πρόκειται για ανθρωποκτονία γυναικών από πρόθεση, επειδή είναι γυναίκες. Συνιστά ακραία μορφή έμφυλης και σεξιστικής βίας. Διαπράττεται με κίνητρο την άσκηση κοινωνικού ελέγχου στα σώματα, αλλά και στις επιλογές των γυναικών. Στην ουσία, οι γυναικοκτονίες είναι εγκλήματα που στηρίζονται στις βαθιά εμπεδωμένες κοινωνικές αντιλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες οι γυναίκες πρέπει να είναι υποτελείς στην ανδρική εξουσία, ενώ δυνητικά μπορούν να «τιμωρηθούν» και να «σωφρονιστούν» μέσω της βίας. Δράστης – στην πλειοψηφία των περιπτώσεων – είναι ο (πρώην ή νυν) σύζυγος ή σύντροφος. Συνήθως, ο δράστης είχε μακροχρόνια κακοποιητική συμπεριφορά απέναντι στη σύζυγο, που είναι συχνά σε θέση οικονομικής αδυναμίας. Η γυναικοκτονία συνιστά διακριτό αδίκημα, που παλιότερα συγκαλύπτονταν πίσω από τον όρο «έγκλημα τιμής» και αργότερα από τον όρο «έγκλημα πάθους». Καταγράφηκε για πρώτη φορά ως όρος το 1976 από την κοινωνιολόγο Νταϊάνα Ράσελ και υιοθετήθηκε από την εγκληματολογία μετά το 1992, χάρη στο βιβλίο “Femicide: the politics of woman killing”, μια συλλογή δοκιμίων που επιμελήθηκαν η εγκληματολόγος Τζιλ Ράντφορντ και η κοινωνιολόγος Νταϊάνα Ράσελ.

Φύλο


Ως φύλο (gender) ορίζεται το καθένα από τα δύο γένη (ανδρικό – γυναικείο), στα οποία διαιρούνται τα έμβια όντα, ανάλογα με τα αναπαραγωγικά τους όργανα. Ωστόσο, τη σήμερον ημέρα, η έννοια «φύλο» δεν περιορίζεται μόνο σε δύο γένη κι έχει πολλές εκφάνσεις.

Ας δούμε μερικές:

  • Βιολογικό φύλο (Sex): Είναι αυτό που αναφέρθηκε παραπάνω. Πρόκειται για το σύνολο των βιολογικών χαρακτηριστικών (π.χ. γονάδες, φυλετικά χρωμοσώματα, ορμόνες, εσωτερικά και εξωτερικά γεννητικά όργανα), που αξιοποιούνται από την ιατρική κοινότητα, για να αναθέσουν σε ένα άτομο το φύλο κατά τη γέννηση του. Συνηθέστερα είναι το ανδρικό και το γυναικείο.
  • Κοινωνικό φύλο (Gender): Αναφέρεται στις κοινωνικές διαφορές κι είναι αντίθετο με τις βιολογικές. Σε αυτό, συμπεριλαμβάνονται όλες οι κοινωνικές συμπεριφορές και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά, οι νόρμες και οι δραστηριότητες, που η εκάστοτε κοινωνία αποδίδει ως «τυπικά» στη γυναίκα και τον άνδρα. Σύμφωνα με την κυρίαρχη αντίληψη, θεωρείται ότι αυτές οι συμπεριφορές και τα χαρακτηριστικά εκπορεύονται «φυσικά» από το βιολογικό φύλο (sex). Αυτό όμως δεν ισχύει. Αντίθετα, συγκροτούνται και επιβάλλονται από την κοινωνία. Οι άντρες και οι γυναίκες γίνονται, δεν γεννιούνται. Οι κανόνες του κοινωνικού φύλου, αν και βαθιά ριζωμένοι σε κάθε κουλτούρα, επιδέχονται διαρκούς τροποποίησης, αλλά και κριτικής αμφισβήτησης, ενώ παρουσιάζουν μεγάλο εύρος, τόσο μέσα στην ίδια, όσο και σε διαφορετικές κουλτούρες.
  • Tαυτότητα φύλου (Gender identity): Η ταυτότητα φύλου αναφέρεται στον ατοµικό και εσωτερικό τρόπο που βιώνεται το κοινωνικό φύλο (gender) από κάθε άτοµο και που µπορεί να συµπίπτει, ή όχι, µε το αποδοθέν κατά τη γέννησή του φύλο.
  • ‘Eκφραση φύλου (Gender expression): Αναφέρεται στους τρόπους με τους οποίους ένα άτομο εκδηλώνει αρρενωπότητα, θηλυκότητα ή άλλες έμφυλες συμπεριφορές στο κοινωνικό επίπεδο. Έκφραση φύλου αποτελούν χαρακτηριστικά όπως το χτένισμα, το ντύσιμο ή η κινησιολογία ενός ατόμου. Η κοινωνική επιταγή θέλει την έκφραση φύλου να «συνάδει» με την ταυτότητα φύλου, δηλαδή έναν άντρα να έχει αρρενωπή έκφραση φύλου και μια γυναίκα να έχει θηλυκή έκφραση φύλου.
  • Διαταραχή ταυτότητας φύλου (Gender Identity Disorder): Μια διαγνωστική κατηγορία στο DSM-IV και στο ICD-10 που αποδίδεται στα τρανς άτομα, που θέλουν να προβούν σε φυλομετάβαση. Κριτήρια διάγνωσης αποτελούν, μεταξύ άλλων, η επίμονη και ισχυρή ταύτιση με άλλο από το αποδοθέν στη γέννα φύλο του ατόμου, καθώς και μια έντονη δυσφορία σχετικά με το αποδοθέν στη γέννα φύλο του ατόμου. Το 2018, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) δημοσίευσε τη νέα έκδοση της Διεθνούς Ταξινόμησης των Νοσημάτων – ICD 11, στην οποία αφαίρεσε τις τρανς ταυτότητες από το κεφάλαιο των διαταραχών ψυχικής υγείας. Όλες οι σχετικές με τρανς θέματα διαγνώσεις έχουν αφαιρεθεί από το κεφάλαιο διαταραχές ψυχικής υγείας. Ένα νέο κεφάλαιο, “Καταστάσεις που σχετίζονται με τη σεξουαλική υγεία”, έχει προστεθεί στο πλαίσιο του ICD και περιλαμβάνει μια νέα διάγνωση την “Ασυμφωνία φύλου” που αντικατέστησε την προηγούμενη διάγνωση “διαταραχή ταυτότητας φύλου”.
  • Δυαδικότητα του φύλου (Gender binary): Η παραδοχή ότι υπάρχουν μόνο δύο φύλα: άντρας και γυναίκα. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, δεν μπορούν να υπάρχουν άτομα που αυτοπροσδιορίζονται με ρευστά ή non-binary φύλα. Ως μοντέλο, αποτελεί προϊόν του δυτικού – κατά κύριο λόγο – πολιτισμού. Άλλοι πολιτισμοί χρησιμοποιούν περισσότερο ή λιγότερο διαφορετικά μοντέλα για την κατηγοριοποίηση των φύλων.
  • Δυσφορία φύλου (Gender dysphoria): Η διαγνωστική κατηγορία που χρησιμοποιείται στο DSM-V αντί της «διαταραχής ταυτότητας φύλου», σε μια προσπάθεια περιορισμού του στίγματος που υφίστανται τα τρανς άτομα. Κριτήριο διάγνωσης για τη δυσφορία φύλου είναι η παρουσία κλινικά σημαντικής δυσφορίας, που προκύπτει από την διαφορά ανάμεσα στην ταυτότητα φύλου, που αποδίδει το άτομο στον εαυτό του, και στην ταυτότητα φύλου που του αποδίδουν τρίτα άτομα ή/και στα βιολογικά χαρακτηριστικά του σώματός του.
  • Επαναπροσδιορισμός φύλου (Gender reassignment): Είναι οι ιατρικές διαδικασίες διαμόρφωσης του σώματος, στις οποίες προβαίνει ένα άτομο ώστε να εναρμονίσει την εικόνα του σώματός του με το βίωμά του. Αναφέρεται και ως «διόρθωση/αλλαγή φύλου», όρος που πλέον αποφεύγεται ως κοινωνικά στιγματισμένος.
  • Androgynous: Όρος που χρησιμοποιείται για άτομα, η έκφραση φύλου των οποίων έχει έντονα, τόσο τυπικά αρρενωπά, όσο και τυπικά θηλυκά χαρακτηριστικά.
  • Agender: Ταυτότητα φύλου, κατά την οποία το άτομο αισθάνεται ότι δεν έχει φύλο ή η απουσία ταυτότητας φύλου.
  • Cisgender/Cis: Άτομο, του οποίου η ταυτότητα φύλου δεν διαφέρει από το φύλο που του αποδόθηκε κατά τη γέννησή του. Ο όρος χρησιμοποιείται ως αντίθετος του όρου τρανς.
  • Genderfluid: Άτομο, το οποίο βιώνει την ταυτότητα φύλου του ως ρευστή ή εναλλασσόμενη.
  • Genderneutral: Είναι η ουδέτερη έκφραση φύλου, που δεν μπορεί να ταυτοποιηθεί ως στερεοτυπικά «αρρενωπή» ή στερεοτυπικά «θηλυκή».
  • Genderqueer: Ταυτότητες φύλου, οι οποίες δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως τυπικά «αντρικές» ή τυπικά «γυναικείες» και δεν εμπίπτουν στη δυαδικότητα του φύλου και την ετεροκανονικότητα.
  • Τwo-spirit: Ταυτότητα φύλου, κατά την οποία το άτομο νιώθει και άντρας και γυναίκα ταυτόχρονα. Ο όρος «two-spirit» (δύο πνεύματα) πρωτοχρησιμοποιήθηκε από ιθαγενείς της Βόρειας Αμερικής για άτομα που πίστευαν ότι μέσα τους ζούσαν και το ανδρικό και το γυναικείο πνεύμα ταυτόχρονα.

LGBTQIΑ+ (ή ΛΟΑΤΚΙΑ+)


Τα αρχικά LGBTQIΑ+ βγαίνουν από τις λέξεις lesbian, gay, bisexual, transgender, queer, intersex, asexual, ενώ το + αφήνει περιθώριο και για άλλες μορφές έκφρασης της σεξουαλικότητας ενός ανθρώπου. Το πιο σημαντικό, βέβαια, είναι να γίνεται σεβαστή η επιθυμία ενός ατόμου να αυτοπροσδιορίζεται όπως εκείνο θέλει.

Ας δούμε τώρα τι σημαίνουν αυτές οι λέξεις:

  • Λεσβία (Lesbian):Ο όρος χρησιμοποιείται για τις γυναίκες που αισθάνονται συναισθηματική/σεξουαλική έλξη για άτομα του ίδιου φύλου. Συνήθως χρησιμοποιείται και η λέξη “gay”.
  • Ομοφυλόφιλος (Gay):Είναι το άτομο που αισθάνεται συναισθηματική/σεξουαλική έλξη για άτομα του ίδιου φύλου. Χρησιμοποιείται κυρίως από/για άνδρες, αλλά πλέον τον χρησιμοποιούν και οι γυναίκες.
  • Αμφισεξουαλικός (Bisexual):Είναι ένα άτομο, το οποίο αισθάνεται συναισθηματική/σεξουαλική έλξη για δύο ή περισσότερα φύλα. Συνήθως χρησιμοποιείται για να περιγράφει διάφορες μορφές πολυσεξουαλικότητας.
  • Διεμφυλικός (Trans): Είναι τα άτομα, των οποίων το φύλο δεν συμβαδίζει με το φύλο που τους αποδόθηκε κατά τη γέννηση. Κάποια άτομα μπαίνουν σε διαδικασία επαναπροσδιορισμού φύλου (δηλαδή, φυλομετάβαση), ωστόσο δεν το κάνουν όλα, κι αυτό δεν επηρεάζει το αν είναι/νιώθουν trans. Συνήθως, ο όρος περιέγραφε άνδρες και γυναίκες, αλλά πλέον περιλαμβάνει και τα non-binary άτομα.
  • Queer (Questioning): Είναι μια λέξη που έχει πολλές ερμηνείες. Παλαιότερα, λειτουργούσε υποτιμητικά για άτομα με ομόφυλο σεξουαλικό προσανατολισμό, αλλά το νόημά της άλλαξε, όταν διεκδικήθηκε η χρήση της από την ευρύτερη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα. Χρησιμοποιείται συχνά από άτομα που δεν αποδέχονται τις παραδοσιακές έννοιες φύλων και σεξουαλικότητας και δεν ταυτίζονται/ καλύπτονται με κάποιο από τους υπόλοιπους όρους του ακρωνυμίου ΛΟΑΤΚΙ+ αλλά και ως όρος-ομπρέλα για όλα τα LGBTQI+ άτομα.
  • Ίντερσεξ (Intersex): Τα intersex άτομα γεννιούνται με χαρακτηριστικά φύλου (όπως χρωμοσώματα, γεννητικά όργανα ή και ορμονική δομή) που δεν ανήκουν αυστηρά στην αρσενική ή θηλυκή κατηγορία ή ανήκουν και στις δύο κατηγορίες ταυτόχρονα. Ο όρος intersex είναι ένας όρος – ομπρέλα και αντιπροσωπεύει ένα φάσμα βιολογικών διαφοροποιήσεων σε σχέση με το φύλο. Τα intersex άτομα έχουν οποιονδήποτε σεξουαλικό προσανατολισμό, ταυτότητα φύλου και έκφραση φύλου. Ο όρος «ερμαφρόδιτ@», που παλιότερα περιέγραφε τις καταστάσεις αυτές, πλέον δεν χρησιμοποιείται και θεωρείται προσβλητικός.
  • Ασέξουαλ (Asexual): Λέγεται και “ace” και αφορά κάποιον που δεν βιώνει, ή βιώνει ελάχιστη, σεξουαλική έλξη προς άλλα άτομα. Συνήθως αντιμετωπίζεται ως φάσμα (ace spectrum), το οποίο από τη μία περιλαμβάνει το “asexuality”, στο μέσο το “gray-asexuality” (ή “graysexuality”) και από την άλλη το “(allo)sexuality”.

Φοβία


Όταν χρησιμοποιείται ένας όρος με το καταληκτικό «-φοβία», δεν νοείται πως κάποιος φοβάται τους ομοφυλόφιλους/τρανς/κ.ά ανθρώπους, αλλά υποδηλώνει συμπεριφορά μη-ανεκτικότητας ή και διακρίσεων και επιθετικότητας προς τα άτομα της ομάδας που περιγράφει ο όρος. Η σωστή ενημέρωση βοηθάει στην εξάλειψή της.

Διακρίνεται σε:

  • Ομοφοβία (Homophobia): Η ψυχολογική και κοινωνική προκατάληψη, οι διακρίσεις και ο παράλογος φόβος προς τα άτομα με ομόφυλο σεξουαλικό προσανατολισμό.
  • Εσωτερικευμένη Ομοφοβία (Internalised Homophobia): Τα αρνητικά συναισθήματα ως προς την ομοφυλοφιλία, που μπορεί να αναπτύξουν τα ομοφυλόφιλα άτομα προς τον εαυτό τους και προς άλλα άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως ομοφυλόφιλα. Προκύπτουν από την εσωτερίκευση των αρνητικών πεποιθήσεων τρίτων ατόμων ή της κοινωνίας ως προς την ομοφυλοφιλία.
  • Εσωτερικευμένη Τρανσφοβία (Internalised Transphobia): Τα αρνητικά συναισθήματα που μπορεί να βιώνουν τα τρανς άτομα προς τον εαυτό τους και προς άλλα άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως τρανς. Προκύπτουν από την εσωτερίκευση των αρνητικών πεποιθήσεων τρίτων ατόμων ή της κοινωνίας ως προς τα τρανς άτομα.
  • Αμφιφοβία (Biphobia): Όρος παράλληλος με αυτόν την ομοφοβίας που αναφέρεται στην ψυχολογική και κοινωνική προκατάληψη και στις διακρίσεις κατά των αμφισεξουαλικών προσώπων. Πέρα από αρνητικούς χαρακτηρισμούς, δηλώσεις όπως «τα bi άτομα είναι αναποφάσιστα» ή «δεν υπάρχουν bi άτομα» επίσης είναι αμφιφοβικές.
  • Εσωτερικευμένη Αμφιφοβία (Internalised Biphobia): Τα αρνητικά συναισθήματα ως προς την αμφιφυλοφιλία, που μπορεί να αναπτύξουν τα αμφιφυλόφιλα άτομα προς τον εαυτό τους και προς άλλα άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως αμφιφυλόφιλα. Προκύπτουν από την εσωτερίκευση των αρνητικών πεποιθήσεων τρίτων ατόμων ή της κοινωνίας ως προς την αμφιφυλοφιλία.

Βία


Όπως στις προηγούμενες κατηγορίες, έτσι κι εδώ, η έννοια της βίας έχει πολλές ερμηνείες. Αυτό που είναι σημαντικό, όμως, είναι να την αναγνωρίζουμε και να την σταματάμε με οποιοδήποτε τρόπο μπορούμε, μόλις την αντιληφθούμε.

Η βία μπορεί να είναι:

  • Έμφυλη: Αφορά στη βία που δέχονται κατά συντριπτική πλειοψηφία γυναίκες, νεαρά κορίτσια και ΛΟΑΤΚΙΑ+ άτομα. Περιλαμβάνει οποιαδήποτε επιβλαβή πράξη, κατά της αξιοπρέπειας και της ακεραιότητας όσων την υφίστανται. Τη συναντάμε παντού, από το σπίτι μέχρι τη δουλειά και τον δημόσιο/ιδιωτικό χώρο και διακρίνεται από τις άλλες μορφές βίας, καθώς πηγάζει από την ιστορικά διαπιστωμένη ανισότητα στις σχέσεις κοινωνικής ισχύος/εξουσίας μεταξύ ανδρών και γυναικών. Προκαλεί σωματικά, σεξουαλικά και ψυχικά τραύματα. Στο ακρότατο όριο της, μπορεί να οδηγήσει σε γυναικοκτονία. Σε όλες τις μορφές της (λεκτική, σωματική, ψυχολογική/συναισθηματική κακοποίηση, βιασμός, σεξουαλική βία/παρενόχληση, εμπορία ανθρώπων – human trafficking, σεξουαλική εκμετάλλευση, οικονομική βία, εξαναγκαστικός γάμος, ακρωτηριασμός γυναικείων γεννητικών οργάνων, stalking) συνιστά ποινικό αδίκημα (συχνά κακουργηματική πράξη) και (θα έπρεπε να) τιμωρείται αυστηρότατα από την ελληνική νομοθεσία.
  • Ενδοοικογενειακή: Αποτελεί μία από τις πιο διαδεδομένες μορφές έμφυλης βίας παγκοσμίως. Λαμβάνει χώρα μέσα στην οικογένεια ή το νοικοκυριό. Πρόκειται για (λεκτική, ψυχολογική/συναισθηματική, σωματική, σεξουαλική, οικονομική) κακοποίηση ή απειλή βίας, που ασκείται μεταξύ (πρώην ή νυν) συζύγων/συντρόφων/μερών του συμφώνου συμβίωσης ή μεταξύ άλλων μελών μιας οικογένειας. Συνηθέστερη μορφή ενδοοικογενειακής βίας είναι η βία από τον (πρώην ή νυν) σύζυγο ή σύντροφο προς τη σύζυγο ή σύντροφο του αντίστοιχα. Η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί ποινικό αδίκημα, που τιμωρείται με αυστηρότατες ποινές, σύμφωνα με νόμο που ψηφίστηκε στη χώρα μας το 2006.
  • Σωματική: Κάθε πράξη σωματικής κακοποίησης, που δεν έχει σεξουαλική φύση, και έχει ως κατάληξη τον πόνο, τη δυσφορία και την πρόκληση βλαβών στο άτομο που τη βιώνει. Συγκεκριμένα: χαστούκια, σπρώξιμο, τράβηγμα από τα μαλλιά, χτυπήματα με τα χέρια ή άλλα αντικείμενα σε όλο το σώμα ή σε σημεία του σώματος (αγκωνιές, κλωτσιές, μπουνιές κ.λπ.), κοψίματα ή κάψιμο σημείων του σώματος, πνίξιμο, πυροβολισμός, επιθέσεις με οξύ/χημικά.
  • Ψυχολογική/συναισθηματική: Συστηματική, επίπονη και διαβρωτική διαδικασία, που οδηγεί το άτομο σε διανοητική και συναισθηματική οδύνη ή βλάβη. Ως ψυχολογική/συναισθηματική κακοποίηση αναφέρεται ένα σύνολο ενεργειών: 1. Ο εκφοβισμός και οι απειλές για σωματική ή σεξουαλική βία. Συχνότατα ο θύτης απειλεί ότι θα βλάψει το θύμα ή την οικογένειά του, ότι θα πάρει την κηδεμονία των παιδιών ή ότι θα αυτοκτονήσει. 2. Η συστηματική ταπείνωση και διαρκής κριτική, η δημιουργία ενοχών στην/στον σύντροφο, και ο αδιάκοπος έλεγχο της προσωπικής της ζωής. 3. Η προσπάθεια απομόνωσης του θύματος, από τον οικογενειακό/φιλικό/συγγενικό περίγυρο. Τα παραπάνω στοχεύουν στη μείωση της αυτοπεποίθησης, την υπονόμευση της αυτοεκτίμησης και αυτεξουσιότητας του θύματος, σε σημείο που το ίδιο να αμφιβάλλει για την ψυχική του διαύγεια και να πιστεύει ότι είναι υπεύθυνο και ένοχο για την κακοποίηση που δέχεται.
  • Λεκτική: Είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ψυχολογική κακοποίηση. Προκαλεί πόνο και ψυχική οδύνη στα θύματα. Εμπεριέχει ένα ευρύ φάσμα συμπεριφορών που ξεκινούν από φωνές, απειλές και εξυβρίσεις και φτάνουν ως το λεκτικό εξευτελισμό και την τρομοκράτηση του θύματος. Στόχος της είναι η χειραγώγηση διαμέσου του φόβου και ο έλεγχος πάνω στη ζωή του ατόμου. Οι προσβολές, οι κατηγορίες, οι μομφές, η δυσφήμηση, η επίρριψη ευθυνών για την κακοποιητική συμπεριφορά στο θύμα, οι συνεχείς επικρίσεις, η λεκτική υποβάθμιση και υπονόμευση της αυτοπεποίθησης, αποτελούν μερικά μόνο πρόσωπα αυτού του πολύπλοκου φαινομένου. Αν και είναι η πιο συνηθισμένη μορφή κακοποίησης, δεν αντιμετωπίζεται με την ίδια σοβαρότητα, όπως οι άλλες μορφές έμφυλης βίας, γιατί δεν υπάρχουν ορατές αποδείξεις πως έχει συμβεί και ο θύτης μπορεί να παραπλανά, διατηρώντας άψογη συμπεριφορά στο δημόσιο χώρο.
  • Οικονομική: Η στέρηση πόρων, ευκαιριών, αγαθών και υπηρεσιών, με σκοπό να καταστεί το θύμα εξαρτημένο και χειραγωγούμενο από το θύτη. Συνήθως, η οικονομική βία εντός της σχέσης αποσκοπεί στον έλεγχο της συντρόφου, προκειμένου να αισθανθεί ανίσχυρη και αδύναμη να εγκαταλείψει τον κακοποιητικό δεσμό. Ασκείται με πολλούς τρόπους: 1. Τη στέρηση του δικαιώματος για οικονομική αυτονομία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απαγόρευση ή παρεμπόδιση του δικαιώματος στην εργασία. 2. Τον έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων και του εισοδήματος του θύματος. Ο θύτης μπορεί να αποσπά το μισθό του θύματος ή να του αρνείται την κατά βούληση αξιοποίησή του, να το αποκλείει από χρηματοπιστωτικούς πόρους (π.χ. παρακράτηση τραπεζικής κάρτας), να εξαναγκάζει το θύμα να παίρνει δάνειο στο όνομά του, να μην του επιτρέπει την πρόσβαση στο οικογενειακό εισόδημα ή να αποφασίζει για κοινούς πόρους χωρίς την ενημέρωση της συντρόφου. 3. Η αποστέρηση του θύματος από αναγκαία εισοδήματα για την κάλυψη των βασικών του αναγκών. Τέλος, μορφές οικονομικής βίας αποτελούν και η παρεμπόδιση της χρήσης αντισυλληπτικών, αλλά και η δημιουργία εμποδίων στην πρόσβαση σε κοινωνικά αγαθά (παιδεία, υγεία κ.λπ.).
  • Σεξουαλική: Είναι οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη, αλλά και απόπειρα τέτοιας πράξης, χωρίς την εκούσια και ελεύθερη συναίνεση του θύματος. Κατά την άσκησή της, συχνά (αλλά όχι πάντα) χρησιμοποιείται σωματική βία, εξαναγκασμός, αλλά και απειλές βίας, προκαλώντας βλάβες στο θύμα. Κάτω από την ομπρέλα της σεξουαλικής βίας συμπεριλαμβάνονται τόσο ο βιασμός/απόπειρα βιασμού, η σεξουαλική κακοποίηση, η σεξουαλική παρενόχληση, όσο και η εμπορία ανθρώπων, η σεξουαλική εκμετάλλευση, ο ακρωτηριασμός γυναικείων γεννητικών οργάνων, η καταναγκαστική εγκυμοσύνη και οι εξαναγκαστικές εκτρώσεις. Στο ορισμό της σεξουαλικής βίας κατατάσσονται και τα ανεπιθύμητα σεξουαλικά σχόλια ή οι αντίστοιχες κινήσεις, όπως μη επιθυμητό φίλημα, άγγιγμα γεννητικών οργάνων ή/και άλλων ιδιωτικών σημείων του σώματος κ.ά. Η σεξουαλική βία μπορεί να ασκηθεί από οποιοδήποτε άτομο, ανεξάρτητα από τη σχέση του µε το θύμα, τόσο στον χώρο κατοικίας, εργασίας, όσο και στον δημόσιο χώρο.

πηγή: specials.gazzetta

 

«Οι Ένοχοι»: Παρουσίαση του βιβλίου του Ν. Αργυρόπουλου για την Κύπρο (Βιντεο)

Previous article

Πλησιάζει τη Γη ο πράσινος κομήτης για πρώτη φορά μετά την εποχή των Νεάντερταλ

Next article

You may also like

Comments

Leave a reply