- Διαφήμιση -

Τα υπέρ και τα κατά της παράστασης των Δημήτρη Καραντζά και Φοίβου Δεληβοριά που παρουσιάζεται στο Βεάκειο.

Η επιθεώρηση δεν πέθανε, όπως λέγαμε κάποια χρόνια πίσω. Το αποδεικνύει η παράσταση «1821, Η Επιθεώρηση» του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά στο Βεάκειο. Η αναπάντεχη επιστροφή της, μέσα από τη δουλειά μιας ομάδας νεότερων καλλιτεχνών του θέατρου, είναι τουλάχιστον ευπρόσδεκτη. Μακάρι να έχει συνέχεια.

-Ανακαλύψτε το νέο e-shop του Βιβλιοπωλείου ΚΟΥΚΙΔΑ-

Είδος με μεγάλη ιστορία μέσα στον 20ό αι., η επιθεώρηση γνώρισε μεγάλες στιγμές μετά τον πόλεμο και μέχρι τη Δικτατορία και ξέπεσε σταδιακά όταν έφυγαν από τη σκηνή οι παλιοί μεγάλοι κωμικοί και οι σατιρικοί συγγραφείς. Αναθάρρησε στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης με το Ελεύθερο Θέατρο και την Ελεύθερη Σκηνή.

Η χώρα προσπαθούσε να ορθοποδήσει στη μετά τη Χούντα εποχή και να επιλύσει σοβαρά πολιτικά ζητήματα που παρέμεναν ανοιχτά και η τολμηρή, φρέσκια σατιρική ματιά ενός συνόλου νεαρών ηθοποιών (Σταμάτης Φασουλής, Μίμης Χρυσομάλλης, Κώστας Αρζόγλου, Άννα Παναγιωτοπούλου, Μίρκα Παπακωνσταντίνου, Υβόννη Μαλτέζου, Νένα Μεντή, Σοφία Σεϊρλή κ.ά.), σε συνδυασμό με τα τραγούδια που έγραψε ο Λουκιανός Κηλαηδόνης (1974-1984), έδωσαν νέα ώθηση στο γερασμένο είδος.

Στα χρόνια της αλήστου μνήμης Αλλαγής και, αργότερα, της ευημερίας, όταν αμβλύνθηκαν οι πολιτικές διαφορές και η διεύρυνση της μεσαίας τάξης απορρόφησε τις κοινωνικές ανισότητες, η επιθεώρηση έχασε τη σατιρική της ικμάδα και έγινε φτηνό, κιτς θέαμα. 

Η νέα Επιθεώρηση θα μπορούσε να προκύψει από τη σύμπραξη των καλών περφόρμερ της ελληνικής stand-up κωμωδίας, που έχουν ένα πράγματι ευρύ και δυναμικό, λαϊκό με τη σύγχρονη έννοια, κοινό. Αλλά το πέρασμα από το one man/woman show σε μια παράσταση συνόλου, που θέλει και μουσική και τραγούδια και μία δραματουργία σύνθεσης και συλλογικής εργασίας, δεν είναι εύκολη υπόθεση. 

Εν τω μεταξύ άλλαξαν πολλά και στη θεατρική κουλτούρα. Οι νέοι καλλιτέχνες του θεάτρου δεν είχαν προσλαμβάνουσες από την καλή εποχή της επιθεώρησης. Επιπλέον δεν μπορούσαν να διαχειριστούν τη σημασία του λαϊκού, της σάτιρας που απευθύνεται στο ευρύ κοινό, και με μια δηλωμένη απώθηση για την πολιτική όπως αυτή ασκείται από τα κόμματα εξουσίας, γύρισαν την πλάτη σ’ ένα είδος που κάποιες δεκαετίες πίσω θεωρούνταν πολιτικά επικίνδυνο – οι περιπέτειες που είχε επί δεκαετίες με την επιτροπές λογοκρισίας είναι γνωστές, όπως και η ευρηματικότητα με την οποία οι επιθεωρησιογράφοι μεταμφίεζαν την καυστική κριτική τους και έκλειναν πονηρά το μάτι στο κοινό.

Η δραματουργία της παράστασης «1821, Η Επιθεώρηση» υιοθέτησε την οικεία δομή του είδους, τη διαδοχή σατιρικών επεισοδίων με ενδιάμεσες τραγουδιστικές ανάσες. Φωτ.: Γκέλυ Καλαμπάκα

Όσοι υπηρετούν το καλό θέατρο πλέον διαχωρίζουν τη θέση τους από τις εμπορικές απαιτήσεις παραστάσεων για το ευρύ κοινό. Απευθύνονται σε θεατές με εκλεπτυσμένο γούστο, εξοικειωμένους σε άλλου είδους σχολιαστικό λόγο, urban, underground, alternative, post-modernistic και τα λοιπά. Γι’ αυτό και η βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση της τελευταίας δεκαετίας δεν οδήγησε σε κάποιας μορφής αναβίωση της επιθεώρησης, όπως ίσως θα περίμενε κανείς.

Ένα πυρηνικό στοιχείο της επιθεώρησης, ο ηθοποιός που στέκεται στην σκηνή και απευθύνεται στο κοινό σχολιάζοντας πρόσωπα και πράγματα, διατηρείται ζωντανό και ακμάζει στον χώρο της stand-up κωμωδίας. Η νέα Επιθεώρηση θα μπορούσε να προκύψει από τη σύμπραξη των καλών περφόρμερ της ελληνικής stand-up κωμωδίας, που έχουν ένα πράγματι ευρύ και δυναμικό, λαϊκό με την σύγχρονη έννοια, κοινό. Αλλά το πέρασμα από το one man/woman show σε μια παράσταση συνόλου, που θέλει και μουσική και τραγούδια και μία δραματουργία σύνθεσης και συλλογικής εργασίας, δεν είναι εύκολη υπόθεση. 

Να, όμως, που η κρίση της πανδημίας, το σοκαριστικό γεγονός των κλειστών θεάτρων και η επέτειος των 200 χρόνων από την εθνεγερσία, προκάλεσαν δημιουργικούς κραδασμούς ικανούς να στρέψουν ξανά την προσοχή μας στην επιθεώρηση.

Η πρόταση που αποτελεί η παράσταση «1821, η Επιθεώρηση» είναι τουλάχιστον αξιοπρόσεκτη αφού προέρχεται και υλοποιείται από ένα θεσμικό θέατρο, το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, σε παραγωγή ιδιώτη θεατρικού επιχειρηματία και σκηνοθεσία ενός τραγουδοποιού με εμπειρία στο βαριετέ, του Φοίβου Δεληβοριά, και του Δημήτρη Καραντζά, ενός σκηνοθέτη που επιδίδεται σε απαιτητικές, μεταμοντερνιστικού ύφους, παραστάσεις.

Επιπλέον οι καλοί ηθοποιοί του θιάσου (Eλένη Κοκκίδου, Νίκος Καραθάνος, Γιώργος Γάλλος, Γαλήνη Χατζηπασχάλη, Γιάννης Νιάρρος, Μιχάλης Οικονόμου, Γιάννης Κουκουράκης, Γιάννης Κλίνης, Βάσω Καβαλιεράτου, Πάνος Παπαδόπουλος, Ηλίας Μουλάς και Ιωάννα Πιατά) δεν έχουν ξαναπαίξει επιθεώρηση – με εξαίρεση την Μίρκα Παπακωνσταντίνου που ως guest συνδέει τη νέα γενιά θεατρίνων με την γενιά των «ανανεωτών» του Ελεύθερου Θεάτρου και της Ελεύθερης Σκηνής.

Μεγάλη είναι η διάρκεια και του νούμερου με τίτλο «Ο Γεροδήμος πέθανε» με την Ελένη Κοκκίδου στον ρόλο της δασκάλας (παλιός επιθεωρησιακός τύπος) να προσπαθεί να πείσει τον αδιάφορο μαθητή (Πάνο Παπαδόπουλο) για το μεγαλείο των ηρώων της επανάστασης – με υπερβολικές φωνές, είναι η αλήθεια. Φωτ.: Γκέλυ Καλαμπάκα

 

Η δραματουργία της παράστασης «1821, Η Επιθεώρηση» υιοθέτησε την οικεία δομή του είδους, τη διαδοχή σατιρικών επεισοδίων με ενδιάμεσες τραγουδιστικές ανάσες. Ωστόσο υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερα μεγάλα νούμερα, εντός των οποίων αναπτύσσονται επιμέρους σκετς, με αποτέλεσμα να χάνεται το σημείο αφετηρίας και να χαλαρώνει η δραματουργική συνέπεια.

Για παράδειγμα το νούμερο «Όταν πήγα να πάρω μέρος στον επαναστατικό αγώνα» της Λένας Κιτσοπούλου ξεκινά με τον απολαυστικό Νίκο Καραθάνο, ως αγωνιστή του ‘21 να απαντά σε ερωτήσεις τηλεοπτικής δημοσιογράφου για το πώς υποχώρησε στις ασελγείς πράξεις του καπετάνιου του, προχωρεί σε μία μάλλον περιττή και σίγουρα «υπερβολικά σοβαρή» καταγγελία της πατριαρχικής, χρονίως κακοποιητικής προς τις γυναίκες, ελληνικής κοινωνίας μέσω της δημοσιογράφου (Βάσω Καβαλιερράτου) και καταλήγει μ’ ένα σόου της Γαλήνης Χατζηπασχάλη που δοξάζει και τραγουδάει (στο Voice της εποχής της Επανάστασης) τον ήρωα «πούστη γιο» της. Διακρίνεις τον διονυσιακό οίστρο, γελάς κατά στιγμές, αλλά το κέντρο βάρους του επεισοδίου έχει χαθεί.

Μεγάλη είναι η διάρκεια και του νούμερου με τίτλο «Ο Γεροδήμος πέθανε» με την Ελένη Κοκκίδου στον ρόλο της δασκάλας (παλιός επιθεωρησιακός τύπος) να προσπαθεί να πείσει τον αδιάφορο μαθητή (Πάνο Παπαδόπουλο) για το μεγαλείο των ηρώων της επανάστασης – με υπερβολικές φωνές, είναι η αλήθεια.

Το αναθεωρητικό πνεύμα στην ερμηνεία της ελληνικής Ιστορίας, τουλάχιστον όπως αυτή διδάσκεται στο σχολείο, είναι σαφές και ενίοτε καταλήγει εθνομηδενιστικό (το «επίσημο» παρελθόν και η εθνική ταυτότητα, πάντως, και στις άλλες χώρες σκηνοθετείται, δεν πρόκειται για ελληνική ευρεσιτεχνία).  

Η συμμετοχή στην παράσταση δυο πρωταγωνιστών από τις «Άγριες Μέλισσες», του Γάλλου και του Κουκουράκη, μπορούσε να εγγυηθεί ένα πολύ πετυχημένο νούμερο της τηλεοπτικής πραγματικότητας και της «συλλογικότητας» του κοινού της. Φωτ.: Γκέλυ Καλαμπάκα

Στην κατεύθυνση αυτή, «ιδεολογικά» η παράσταση μοιάζει να δίνει υπερβολική σημασία σε στοιχεία αμφίβολης σημασίας. Έτσι, το νούμερο «Ακτή Μιαούλη» που ερμηνεύει η Ιωάννα Πιατά, καταλήγει με μία επίδειξη των πολλών τουρκικών λέξεων που υπάρχουν στη γλώσσα μας  – και λοιπόν; 

Υιοθετείται ακόμα η γνωστή, παλιά «θέση» ότι το κλέος και ο ηρωισμός των αρχαίων και νεότερων ημών προγόνων συντρίβουν με το βάρος τους τους σύγχρονους Έλληνες. Δεν είμαι σίγουρη, ωστόσο, κατά πόσο αποτελεί πρόβλημα για τους σημερινούς 20άρηδες η ελληνική αρχαιότητα και οι ηρωικές στιγμές των παλαιότερων Ελλήνων – καλώς ή κακώς, δεν αποτελεί, μάλλον αδιαφορούν. 

Εντέλει στο νούμερο με τίτλο «Τι θα πει Έλληνας» του Κώστα Κωστάκου, ο πολύ καλός Γιάννης Νιάρρος «αποδεικνύει» ότι  Έλληνας είναι απλώς ένας άνθρωπος όπως όλοι οι άλλοι παντού στον κόσμο, με τις ίδιες ιδιότητες που έχουν όλοι οι άνθρωποι («Γαμώντας του τη μάνα γεννιέται ο Έλληνας» κ.ο.κ.). 

Κάποιοι ηθοποιοί «αδικήθηκαν» από τα νούμερα που τους δόθηκαν: ο Μιχάλης Οικονόμου και ο Γιώργος Γάλλος, σίγουρα. Και μολονότι τα κείμενα δεν υπηρετούν τον σχολιασμό της επικαιρότητας, λέγαμε με τον Χρήστο Παρίδη ότι η συμμετοχή στην παράσταση δυο πρωταγωνιστών από τις «Άγριες Μέλισσες», του Γάλλου και του Κουκουράκη, μπορούσε να εγγυηθεί ένα πολύ πετυχημένο νούμερο της τηλεοπτικής πραγματικότητας και της «συλλογικότητας» του κοινού της.

Η επιθεώρηση είναι καρναβαλικό θεατρικό είδος, επιτρέπει αυτό που έγραφε ο Μπαχτίν, την αναστολή της ιεραρχικής δομής και των μορφών φόβου, σεβασμού και εθιμοτυπίας που σχετίζονται με αυτή. Ο ρυθμιστικός Νόμος και ο Λόγος αναστέλλονται προσωρινά, οι ρόλοι εξουσίας προσβάλλονται και ανατρέπονται. Σε μια συνθήκη συνενοχής, ασεβή και απελευθερωτική, καλλιτέχνες και κοινό συμμετέχουν σ’ ένα είδος «εξέγερσης» που επιτρέπει κάθε λογής «απρέπειες» και βωμολοχίες.

Και αν η υπερβολική χρήση βωμολοχιών αποτελούσε άλλοτε στοιχείο παρακμής του επιθεωρησιακού λόγου, στην παράσταση «1821, Η Επιθεώρηση» οι βωμολοχίες διαμεσολαβούνται ώστε να μην ενοχλούν. Έτσι στο «Μη μας τηράτε πλέον» ο αθυρόστομος Καραϊσκάκης βρίζει χωρίς έλεος. Το ίδιο συμβαίνει και στο «Προσεχώς», ένα απολαυστικό σινεφίλ νούμερο του Κώστα Μανιάτη, όπου σατιρίζεται η κινηματογραφική γλώσσα του Γιάννη Οικονομίδη και του Γιώργου Λάνθιμου (και λιγότερο «καθαρά» και επιτυχημένα του Χριστόφορου Παπακαλιάτη). Οι βωμολοχίες προβάλλονται ως βασικό συστατικό του στιλ Οικονομίδη.

Η παράσταση έχει μία μεγάλη αδυναμία: το φτωχό, κακόγουστο σκηνικό (της Μαρίας Πανουργιά και της Μυρτώς Λάμπρου) και τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη. Σε μια παράσταση που τιμά με τον τρόπο της ένα είδος με μακριά ιστορία, η όψη ίσως θα ’πρεπε να ισορροπεί μεταξύ των φαντασμογορικών επιθεώρησεων του ’50 και του ’60 και της αντί-δρασης της μεταπολιτευτικής επιθεώρησης του ’70 και του ’80.

Αμηχανία προκαλεί και το φινάλε της παράστασης. Ενώ μοιάζει η παράσταση να καταλήγει στο τέλος του νούμερου «Με το καλό», όταν οι ηθοποιοί σκεπάζουν τα σκηνικά αντικείμενα με πλαστικό, ξαναβγαίνουν στη σκηνή η Ελένη Κοκκίδου ως Μαντώ Μαυρογένους, ο Γιώργος Γάλλος ως Αθανάσιος Διάκος και ο Γιάννης Κλίνης ως Μπάιρον για ένα τελευταίο, σύντομο, στοχαστικό και μελαγχολικό σχόλιο επί του θέματος, «Το 1821 και μεις». Μετά από 2,5 ώρες παράσταση χωρίς διάλειμμα, όμως, η σοβαρή κατακλείδα περίσσευε.

Η μουσική, τόσο η πρωτότυπη που έγραψε ο Φοίβος Δεληβοριάς όσο και οι προσαρμογές κυρίως παραδοσιακών τραγουδιών, δένει θαυμάσια τη διαδοχή και τις εναλλαγές των επεισοδίων. Το ωραίο «Τραγούδι της υποκρίτριας» που έγραψε για τη Μίρκα Παπακωνσταντίνου μπορεί να αυτονομηθεί και να τραγουδιέται εκτός παράστασης, όπως συνέβαινε άλλοτε με τραγούδια που γράφονταν για επιθεωρήσεις και γίνονταν μεγάλα σουξέ (λ.χ.  το «Τραμ το τελευταίο», σε μουσική Μιχάλη Σουγιούλ από την επιθεώρηση «Άνθρωποι, Άνθρωποι» των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου, ή η «Ταμπακιέρα» που ερμήνευσε η Σοφία Βέμπο στην επιθεώρηση «Βίρα τις Άγκυρες» το 1950).

Μετά από 2,5 ώρες παράσταση χωρίς διάλειμμα, η σοβαρή κατακλείδα περίσσευε. Φωτ.: Γκέλυ Καλαμπάκα
Κάποιοι ηθοποιοί «αδικήθηκαν» από τα νούμερα που τους δόθηκαν, ο Μιχάλης Οικονόμου και ο Γιώργος Γάλλος, σίγουρα. Φωτ.: Γκέλυ Καλαμπάκα

1821 – Η επιθεώρηση

Σύνθεση: Φοίβος Δεληβοριάς – Δημήτρης Καραντζάς

Κείμενα: Λένα Κιτσοπούλου, Γιάννης Αστερής, Γλυκερία Μπασδέκη, Κώστας Μανιάτης, Κώστας Κωστάκος, Κέλλυ Παπαδοπούλου και Φοίβος Δεληβοριάς

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς

Πρωτότυπη μουσική: Φοίβος Δεληβοριάς

Σκηνικά: Μαρία Πανουργιά – Μυρτώ Λάμπρου

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Χορογραφία: Ζωή Χατζηαντωνίου

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Βοηθός σκηνοθέτη : Ευδοξία Ανδρουλιδάκη

Κομμώσεις: Κωνσταντίνος Σαββάκης

Βοηθός ενδυματολόγου: Ιφιγένεια Νταουντάκη

Παραγωγή: ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ

Πρωταγωνιστούν: Μίρκα Παπακωνσταντίνου, Eλένη Κοκκίδου, Νίκος Καραθάνος, Γιώργος Γάλλος, Γαλήνη Χατζηπασχάλη, Γιάννης Νιάρρος, Μιχάλης Οικονόμου, Γιάννης Κουκουράκης, Γιάννης Κλίνης, Βάσω Καβαλιεράτου, Πάνος Παπαδόπουλος, Ηλίας Μουλάς, Ιωάννα Πιατά.

Guests: Λυδία Φωτοπούλου, Μαρία Καβογιάννη, Μάρθα Φριντζήλα, Χρήστος Λούλης