- Διαφήμιση -

Ο Χρήστος Τσούντας απεβίωσε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 1934.

Διακεκριμένος επιστήμονας της πατρίδας μας στα τέλη του 19ου και στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, με ανεκτίμητη προσφορά στη μελέτη της ελληνικής αρχαιότητας, ο αρχαιολόγος Χρήστος Τσούντας γεννήθηκε στη Στενήμαχο της Ανατολικής Ρωμυλίας (νυν Ασένοβγκραντ της Βουλγαρίας, νοτιοανατολικά της Φιλιππούπολης) το 1857.

-Ανακαλύψτε το νέο e-shop του Βιβλιοπωλείου ΚΟΥΚΙΔΑ-

Οι σπουδές και οι πρώτες ανασκαφές του Τσούντα

Μετά την ολοκλήρωση των εγκύκλιων σπουδών του (στη Στενήμαχο, τη Φιλιππούπολη και την Αθήνα) ο Τσούντας φοίτησε στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, επί καθηγεσίας του Heinrich Brunn, διευθυντή της Γλυπτοθήκης του Μονάχου.

Το 1880 ο Τσούντας αναγορεύτηκε διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Ιένας.

Μετά την επιστροφή του από τη Γερμανία, και αφού δίδαξε ένα χρόνο στα Ζαρίφεια Διδασκαλεία της Φιλιππούπολης, ο Τσούντας προσελήφθη στην Αρχαιολογική Εταιρεία (1882), ακολούθως δε διορίστηκε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία (1883).

Στα κατοπινά χρόνια έλαβε μέρος σε διάφορες αποστολές ανά την Ελλάδα, γεγονός που σήμανε την απαρχή της μακρότατης και πλούσιας ανασκαφικής δραστηριότητάς του.

Μετά την εποπτεία των ανασκαφών που διενεργούσε στο Ολυμπιείο ο άγγλος αρχιτέκτονας Francis Penrose, o Τσούντας μαθήτευσε κοντά στον Παναγιώτη Σταματάκη, αυτοδίδακτο λάκωνα αρχαιολόγο.

Το 1884 επόπτευσε τις έρευνες που πραγματοποιούνταν στο βυθό του στενού της Σαλαμίνας προς αναζήτηση λειψάνων πλοίων της ιστορικής ναυμαχίας.

Ακολούθησαν ανασκαφές στα νεκροταφεία της Ερέτριας, καθώς και έρευνες στην Τανάγρα.

Η κυρίως ανασκαφική δραστηριότητα του Τσούντα και η σημασία της

Το 1886 ο Τσούντας ξεκίνησε τις ανασκαφές του στις Μυκήνες, συνεχίζοντας το έργο του Ερρίκου Σλήμαν.

Η εκεί ανασκαφική δραστηριότητά του, που διήρκεσε έως το 1910, συμπληρώθηκε από ανασκαφές και σε άλλα σημεία της Πελοποννήσου (στην Τίρυνθα και σε πολυάριθμες θέσεις της Λακωνίας).

Από το 1894 έως το 1898 ο Τσούντας έστρεψε το ενδιαφέρον του στην έρευνα και τη μελέτη του κυκλαδικού πολιτισμού, πραγματοποιώντας ανασκαφές στην Αμοργό, την Πάρο, την Αντίπαρο και το Δεσποτικό, τη Σύρο και τη Σίφνο.

Ο Τσούντας υποστήριξε ότι στις Κυκλάδες άνθησε ένας ιδιαίτερος πολιτισμός κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, μια και διαπίστωσε ότι τα ευρήματα των ανασκαφών του είχαν τυπολογικά χαρακτηριστικά με συγκεκριμένη γεωγραφική και χρονολογική κατανομή.

Στη μετέπειτα περίοδο πραγματοποιήθηκαν οι εξόχως ενδιαφέρουσες ανασκαφικές έρευνες του Τσούντα στη Θεσσαλία (Μαρμάριανη Λάρισας, Βόλος, Σέσκλο, Διμήνι).

Όπως συνάγεται από τα ανωτέρω, ο Τσούντας συνέβαλε τα μέγιστα στη συστηματική αποκάλυψη και μελέτη τριών πολιτισμών: του μυκηναϊκού, του κυκλαδικού και του νεολιθικού στο θεσσαλικό χώρο.

Κατά κοινή παραδοχή, ο στενημαχίτης Τσούντας υπήρξε ένας ακαταπόνητος ανασκαφέας, ένας μαχόμενος αρχαιολόγος, ένας πρωτοπόρος ερευνητής με ιδιαίτερα σημαντικό έργο στην περίοδο κατά την οποία εδραιώθηκε η αρχαιολογία ως επιστήμη και διαμορφώθηκε η ερευνητική πρακτική της.

Το διδακτικό έργο του

Το 1904 ο Τσούντας εγκατέλειψε την αρχαιολογική έρευνα, καθώς διορίστηκε τακτικός καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο οποίο έμελλε να υπηρετήσει έως το 1925.

Ο Τσούντας δίδαξε ένα μικρό διάστημα και στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, το 1926.

Την ίδια χρονιά εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Το συγγραφικό έργο του

Ο Τσούντας δημοσίευσε εξαιρετικού επιπέδου μελέτες τόσο για την προϊστορική όσο και για την κλασική αρχαιολογία.

Στα κορυφαία συγγράμματά του συγκαταλέγονται τα εξής: «Μυκήναι και Μυκηναίος Πολιτισμός» (1893), «Κυκλαδικά» (δημοσίευση των αποτελεσμάτων των κυκλαδικών ανασκαφών του στην Αρχαιολογική Εφημερίδα του 1898 και του 1899, τα «Κυκλαδικά» και τα «Κυκλαδικά ΙΙ» αντίστοιχα), «Η Ακρόπολις των Αθηνών» (1900-1901), «Αι Προϊστορικαί Ακροπόλεις Διμηνίου και Σέσκλου» (1908).

Η δημοσίευση της «Ιστορίας της Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης», το 1928, ήταν το επιστέγασμα της επιτυχούς επιστημονικής σταδιοδρομίας του Τσούντα.

Το τέλος του βίου του

Ο Τσούντας πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του αποτραβηγμένος από τον κόσμο, με μόνη συντροφιά του τα αρχαία κείμενα.

Απεβίωσε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 1934.

Η πνευματική κληρονομιά του

Ανάμεσα στους αναρίθμητους μαθητές του συγκαταλέγονται προσωπικότητες όπως οι Χρήστος και Σέμνη Καρούζου, Γεώργιος Μυλωνάς, Ιωάννης Παπαδημητρίου, Σπυρίδων Μαρινάτος κ.ά.

Ο Χρήστος Καρούζος είχε δηλώσει τα εξής απολύτως χαρακτηριστικά για το δάσκαλό του: «Μεγάλος νους, ανώτερος άνθρωπος, έσβησε ήσυχα και μακριά από το θόρυβο […] Με το θάνατο του Χρήστου Τσούντα χάσαμε μια σπάνια ανθρώπινη και επιστημονική συνείδηση».