- Διαφήμιση -

Με τον Χορό να σαρώνει σκηνή και αισθήσεις, να πρωταγωνιστεί με εργαλεία και μέσα που όμοια δεν έχουμε ξαναδεί, η παράσταση «Ιππείς» του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου, εγγράφει μέσα σε αυτό το αδυσώπητο καλοκαίρι μια νέα θεατρική χειρονομία και μια ευφρόσυνη διαδικασία παρακολούθησης.

Ηταν η εναρκτήρια παράσταση της Επιδαύρου. Οι «Ιππείς», αυτή η όχι δημοφιλής, παραγκωνισμένη κωμωδία του Αριστοφάνη, που το Εθνικό Θέατρο έβγαλε από το συρτάρι, από την ενότητα των outsiders για το μεγαλείο της Επιδαύρου και ανέθεσε στον Κωνσταντίνο Ρήγο να της δώσει νέα πνοή. Καθώς τώρα κάνει τον κύκλο της σε θέατρα της περιφέρειας και πλέον της Αττικής, η αποκάλυψη της παράστασης παίρνει επιπλέον διαστάσεις, φορτίσεις, αξίες.

-Ανακαλύψτε το νέο e-shop του Βιβλιοπωλείου ΚΟΥΚΙΔΑ-

Ο Πάνος Μουζουράκης ως Δημοσθένης και ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης ως Αλλαντοπώλης

Το show πριν από την παράσταση


Την είδα στο Σχολείον της Ειρήνης Παππά. Σε αυτή την αυλή με τα χαμηλά πέτρινα κτίρια στην Πειραιώς όπου λειτουργούσε ένα νοσοκομείο στα πρώτα χρόνια σύστασης του ελληνικού κράτους, στη σκιά μεγάλων γερανών και εργοταξίων που ορθώνονται ολόγυρα. Η πόλη, στο σημείο αυτό, συνθέτει ένα σκηνικό συγκλονιστικό, με βαριές αντιθέσεις που ακαιριαία σε γοητεύουν και σε βοηθούν να νιώσεις μέρος της μεγάλης εικόνας. Μέρος της πόλης σου. Και αυτά τα πρώτα βήματα στον χώρο, ήδη από το πεζοδρόμιο της Πειραιώς, μέχρι να κάτσεις στην ξύλινη κερκίδα, σε οδηγούν όχι σε μια παράσταση, αλλά σε μια συμμετοχική πράξη με όχημα τον Αριστοφάνη.

Βλέπετε, μπαίνοντας στον χώρο, ο Κωνσταντίνος Ρήγος έχει στήσει αυτό που λέμε pre show- ο Χορός είναι ήδη εκεί, τραγουδάει, χορεύει, γυμνάζεται. Μουσικές που σε κάνουν να θες να χορέψεις την ώρα του σούρουπου, μια προθέρμανση για ότι ακολουθήσει. Αλλά και ο αυστηρά προσωπικός τρόπος του Ρήγου να κάνει τον θεατή να αφήσει τα βαρίδια έξω από το θέατρο, να νιώσει ελεύθερος, να ξεχάσει όσα φέρει μαζί του, να χαλαρώσουν τα μέλη του. Για να παραδοθεί στη συνέχεια στο ευφρόσυνο, αιρετικό, ιερόσυλο, σωματικό, ξεκαρδιστικό έργο του Αριστοφάνη, όπως ακουμπάει -άλλοτε σθεναρά, άλλοτε σαν αστραπές και βροντές- σε αυτό που συμβαίνει τώρα στη ζωή μας.

Η λεπτή ισορροπία του ακροβάτη (χωρίς δίχτυ ασφαλείας)


Η αισθητική του Ρήγου και η κυτταρική του καλλιτεχνική ταυτότητα με τη σωματικότητα να είναι συχνά πιο εύγλωττη από τις ίδιες τις λέξεις κυριαρχούν, χωρίς να αποδομούν στην όψη το κέλυφος, το χρονικό και ιστορικό περίβλημα του έργου. Ο Ρήγος διάλεξε το πιο πολιτικό έργο του Αριστοφάνη, το λιγότερο φαντασμαγορικό, και εν τέλει το εικονογράφησε με έναν τρόπο αποκαλυπτικό.  Και κατόρθωσε να κρατηθεί ακριβής στην ισορροπία του -χωρίς δίχτυ ασφαλείας- πάνω στις αναλογίες και τους συσχετισμούς του έργου: δεν ξέφυγε στη φόρμα της επιθεώρησης αν και υπήρχαν στιγμές που νόμιζες ότι οριακά φεύγει προς τα εκεί – όχι, το συγκρατούσε και το επανέφερε στην μορφή της αρχαίας τραγωδίας. Όταν έμοιαζε η σκηνή να γίνεται μια πίστα disco, η αυλή ενός εξοχικού που το καλοκαίρι διονυσιακά ξεσαλώνουμε σε ένα πάρτι φίλων, το χαλινάρι πάλι λειτουργούσε και η ατόφια θεατρική φόρμα επανερχόταν, ο λόγος αναδυόταν. Ο ερωτισμός που υπερχείλιζε επέστρεφε στην αποστροφή για την τρέχουσα πολιτική, η εξουσία συναντούσε την απόγνωση.

Εξυπνα, δημιούργησε ένα ακόμα τρικ: ο ντόρος ήδη από τις πρώτες συνεντεύξεις είχε γίνει γύρω από τα ονόματα των πρωταγωνιστών, κυρίως του Κώστα Κόκλα και του Πάνου Μουζουράκη, τηλεοπτικών και όχι μόνο αστέρων. Και όμως ο Ρήγος μαγικά, χωρίς να μικρύνει τους ρόλους ή τη φόρμα, έκανε πρωταγωνιστή τον Χορό. Τους Ιππείς του, πλάσματα μυθικά αλλά και με μια επείγουσα θνητότητα, σώματα και θώρακες παλλόμενοι καθώς καταγγέλλουν πολιτικούς και κατεστημένα διεφθαρμένα, πριν παρασυρθούν και αυτά σε προσωπικές επιδιώξεις, γευόμενα την εξουσία και μαζί την εξάρτησή τους από τον Δήμο και τον εκάστοτε κυβερνόντα. Κανένα αστέρι δεν είναι μεγαλύτερο από τους ίδιους τους Ιππείς, στο τέλος.

Η δύναμη της (θεατρικής) φύσης Στεφανία Γουλιώτη


Η τομή που έκανε ο Ρήγος με την παράσταση «Ιππείς» ήταν αυτή: η συγκρότηση ενός Χορού πρωταγωνιστή, ενός δαιμονίου αεικίνητου που ήταν ταυτόχρονα η συνείδηση και η σκέψη των θεατών, το κεντρί του Αριστοφάνη, η ξεφτισμένη πραγματικότητα που σε κάνει να πονάς και μαζί να καγχάζεις. Ενας χορός ανδρών φυσικά όπως όριζε ο Αριστοφάνης, που όμως είχε μέσα του μία γυναίκα ηθοποιό, τη Στεφανία Γουλιώτη. Μια δύναμη της φύσης, σπουδαία καλλιτέχνης, πλήρης, με τις ερμηνευτικές της δυνατότητες σε κάθε παράσταση να αποκαλύπτονται όλο και περισσότερο και το σώμα της να δημιουργεί ολόκληρους παράλληλους διαλόγους. Διότι ο Ρήγος, μέσα σε αυτή τη φορτισμένη ιστορική στιγμή των γυναικοκτονιών και του MeToo, δεν θα μπορούσε να μείνει αμέτοχος, να μη φέρει μια γυναίκα μέσα στην καρδιά των ιππέων. Και να κάνει τη φωνή της, τη φωνή που επιμένει να υψώνεται όσο και αν κάποιοι προσπαθούν να την κοντύνουν ή και να την εξαφανίσουν. Τη φωνή της γυναίκας.

Κώστας Κόκλας ως Παφλαγόνας, Στέλιος Ιακωβίδης ως Δήμος, Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης ως Αλλαντοπώλης

Το νέο soundtrack της Αθήνας


Ξεκαρδιστικά ιντερμέδια υπήρξαν πολλά με τις ξύλινες κερκίδες να τραντάζονται από τα γέλια -μια δυο φορές κοίταξα ανήσυχη γύρω μου γιατί νόμιζα ότι κάνει σεισμό. Αναφορές στην επικαιρότητα και στις τάσεις του συρμού πολλές -από τα ρουφηχτά φιλάκια στον Παφλά(γόνα), ως την φωνή που καλούσε «φρουρά, φρουρά, φρουρά», την κλεμμένη Καρυάτιδα που επέστρεψε ο πολιτευτής Αλλαντοπώλης. Γέλιο καταλυτικό σε πολλά σημεία, σε κάποια άλλα αμήχανο, όταν η επιθεωρησιακή φόρμα πήγαινε να υπερισχύσει πριν, ευτυχώς, αποτραβηχτεί αμέσως και έρθει να συναντήσει κάτι σχεδόν λυρικό επαναφέροντας την ισορροπία. Δυο τρεις στιγμές όμως σίγουρα μπορούσαν να λείψουν, ή να είναι πιο χαμηλές.

Η ένωση τραγουδιών για την Αθήνα, αισθαντικών, λαϊκών, έντεχνων σε ένα τραγούδι ευφρόσυνη, έξυπνη, ένα ξύπνημα της σχέσης μας με την πόλη και δη σε αυτό το σκηνικό -φυσικά οι μπηχτές για τον Μεγάλο Περίπατο δεν έλειψαν. Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης ως Αλλαντοπώλης, απολύτως διονυσιακός και μαζί θνητός, μια απόλαυση να τον βλέπεις επί σκηνής σε αυτές τις σχεδόν δυο ώρες που έμοιαζαν με μια ζωή για τον ίδιο. Ο Κωνσταντίνος Μπιμπής, εκ των κορυφαίων του Χορού, μια αποκάλυψη, μια στιγμή συνάντησης ιδανικής όλων των ερμηνευτικών του εργαλείων επί σκηνής: κονφερανσιέ, σχολιαστής, διασκεδαστής, συντονιστής, ενορχηστρωτής ιδεών και αισθημάτων. Του έλειπαν τα φτερά στην πλάτη -θα ήταν πιο ταιριαστά από την ουρά που έφερε όπως όλος ο χορός, που στα χορευτικά χλιμίντριζε, έσερνε πόδια στο χώμα, περήφανοι κένταυροι.

Ο αεικίνητος, καταλυτικός Κώστας Μπιμπής στη σκηνή

Εσύ ό, τι Ιππείς


Ο Κώστας Κόκλας ως Παφλαγόνας, διεφθαρμένος αδίστακτος διαρκής πολιτευτής, διεκπεραιωτικός, ήταν εκεί ως κεντρική ψηφίδα του έργου χωρίς να προσφέρει κάτι πέρα από το ήδη γνωστό στην θεατρική του παρουσία, χωρίς να διπλώσει ακριβώς μέσα στην συνολική ατμόσφαιρα. Ο Πάνος Μουζουράκης ως Δημοσθένης, εξαρχής δικαιώνει το ζητούμενο του χάους και της παράνοιας της ζωής, εξυπηρετεί στην αρχή τουλάχιστον τον ρόλο ενός ρυθμιστή συζήτησης, ενός εισηγητή, με την άρθρωσή του όμως συχνά να μην βοηθά στο ανοιχτό θέατρο και την περσόνα του να διαφοροποιείται του έργου. Ο Στέλιος Ιακωβίδης ως Δήμος, υπήρξε ως το τελευταίο του κύτταρο βαθιά αριστοφανικός, με εκπληκτικό μέτρο και διαρκή σύνδεση με τη σκηνή.

Ποιος είναι ο τρόπος να ανεβάζεις λοιπόν, σήμερα, Αριστοφάνη; Νομίζω αυτός που είδαμε στους Ιππείς. Ο τόσο όσο αιρετικός, ο τόσο όσο πέραν του κειμένου, με ατάκες και κλεισίματα του ματιού σε σημερινά γεγονότα διαρκώς. Ούτε βλάσφημο, ούτε ερήμην, ούτε αποστειρωμένα. Ο Κωνσταντίνος Ρήγος, αυτό το καλοκαίρι που όλα γύρω μας και μέσα μας βάρυναν αφόρητα το κατάφερε. Ενεργοποίησε τη μαγική λειτουργία του θεάτρου που τόσο μας έλειψε και που τώρα έρχεται θεραπευτικά να μας αναλάβει, να μας περιθάλψει να μας ενεργοποιήσει.

Κρατώ διαρκώς, μέρες μετά, τον θυμό, τον πληγωμένο θυμό της Στεφανίας Γουλιώτη. Με τα χέρια ανοιχτά, φλέβες να πετάγονται στον λαιμό, το κεφάλι ψηλά προκαλεί τους θεούς. Την Αθηνά και όλους τους άλλους, τους προαιώνιους και τους σύγχρονους επειδή ποτέ δεν έχουν εμφανιστεί. Και ας τους έχουμε επικαλεστεί, τους έχουμε καλέσει τόσες φορές -εγώ η ίδια τόσες φορές πάνω στη σκηνή. Η Καραμπέτη, η Κονιόρδου, η Φωτοπούλου, όπως λέει η Γουλιώτη. Μια πρόκληση προς τον ουρανό. Με τη σιωπή να πέφτει πάνω στην Πειραιώς και το ερώτημα να απαντιέται μέσα σε αυτή τη σιωπή από όλους μας. Τη μετάφραση του έργου έκανε ο Σωτήρης Κακίσης, τη μουσική υπογράφει ο Θοδωρής Ρέγκλης, τα κοστούμια η Μαίρη Τσαγκάρη, τα κοστούμια η Νατάσσα Δημητρίου. Βοηθός σκηνοθέτη είναι ο Αγγελος Παναγόπουλος και βοηθός χορογράφου η Μαρκέλλα Μανωλιάδη. Ο Κωνσταντίνος Ρήγος υπογράφει τη σκηνοθεσία, τη χορογραφία και τα σκηνικά.

*Επόμενες παραστάσεις

12/09 21:00 Θέατρο Βράχων Μελίνα Μερκούρη
19/09 21:00 Παλαιό Ελαιουργείο
22/09 21:00 Κατράκειο Θέατρο Νίκαιας