- Διαφήμιση -

Δύο πρόσωπα, με παραπλήσιο γραφικό χαρακτήρα, έγραψαν το Βιβλίο του Ησαΐα.

Τα Χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας ήρθαν στο φως τη δεκαετία του 1940, όταν ένας νεαρός Παλαιστίνιος ψάχνοντας το κατσικάκι του ανακάλυψε παπύρους σε σπήλαιο, στο Κουμράν της Δυτικής Οχθης. Την επόμενη δεκαετία, εντοπίστηκαν περισσότερα από 900 χειρόγραφα στην ελληνική, εβραϊκή και αραμαϊκή γλώσσα.

-Ανακαλύψτε το νέο e-shop του Βιβλιοπωλείου ΚΟΥΚΙΔΑ-

Στην αποκρυπτογράφηση των εξέχουσας σημασίας Xειρογράφων της Νεκράς Θάλασσας συμβάλλει η τεχνητή νοημοσύνη, ενισχύοντας τις ελπίδες για τη λύση ενός από τα μεγαλύτερα αινίγματα της Ιστορίας. Οι Πάπυροι του Κουμράν και το μυστήριο που τους περιβάλλει κεντρίζουν το ενδιαφέρον της παγκόσμιας κοινότητας επί δεκαετίες, χωρίς κανένας επιστήμονας να μπορεί να δώσει σαφείς απαντήσεις. Πρόσφατη μελέτη Ολλανδών ερευνητών όμως έδειξε ότι τουλάχιστον ένα από τα εν λόγω χειρόγραφα δημιουργήθηκε όχι από έναν συγγραφέα, όπως εκτιμούσαν οι ειδικοί μέχρι σήμερα, αλλά από δύο πρόσωπα. Τις απειροελάχιστες διαφορές στον γραφικό τους χαρακτήρα, αόρατες διά γυμνού οφθαλμού, εντόπισε ένας εξειδικευμένος αλγόριθμος που ανέλυσε το κείμενο.

Το σημαντικό συμπέρασμα που προκύπτει από την αποκάλυψη είναι ότι η γραφή των Χειρογράφων ήταν ομαδική δουλειά και ότι οι δύο γραφείς έγραφαν κατά τόσο όμοιο τρόπο, ώστε εκτιμάται πως είτε είχαν λάβει παρόμοια εκπαίδευση, πιθανώς σε κάποιου είδους σχολείο, είτε είχαν μάθει την «τέχνη» τους στο πλαίσιο μιας ορισμένης κοινωνικής ομάδας. Δεν αποκλείεται, δηλαδή, ένας πατέρας να εκπαίδευσε τον γιο του να γράφει έτσι, υπογραμμίζουν οι συντάκτες της μελέτης που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση PLOS One.

Ο επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας Μλάντεν Πόποβιτς, καθηγητής στην έδρα Εβραϊκής Βίβλου (Τανάκ) και Αρχαίου Ιουδαϊσμού του Πανεπιστημίου του Κρόνινγκεν στην Ολλανδία, εξηγεί τη σημασία της επιστημονικής διαπίστωσης. «Το συμπέρασμά μας δεν είναι παρά το πρώτο βήμα στην καλύτερη κατανόηση των Παπύρων του Κουμράν. Τώρα γνωρίζουμε κάποια πράγματα για την ταυτότητα των γραφέων των κειμένων. Είμαστε σε πολύ καλύτερη θέση για να κατανοήσουμε ποια συλλογή ή συλλογές χειρογράφων έχουμε μπροστά μας».

Τα Χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας ήρθαν στο φως τη δεκαετία του 1940, όταν ένας νεαρός Παλαιστίνιος (Βεδουίνος βοσκός), ψάχνοντας το κατσικάκι του, ανακάλυψε παπύρους σε σπήλαιο, στο Κουμράν της Δυτικής Οχθης. Την επόμενη δεκαετία, εντοπίστηκαν περισσότερα από 900 χειρόγραφα στην ελληνική, εβραϊκή και αραμαϊκή γλώσσα, στο εσωτερικό 11 σπηλαίων κοντά στο Κιρμπέτ Κουμράν. Πρόκειται για τα αρχαιότερα κείμενα της εβραϊκής Βίβλου και χρονολογούνται από τον 4ο αιώνα π.Χ. έως τον 2ο αιώνα μ.Χ. Μέχρι σήμερα παραμένει άγνωστο ποιοι και πόσοι τα έγραψαν, καθώς δεν υπάρχει καμία αναφορά στο πρόσωπό τους, ούτε βέβαια υπογραφές. 

Ο δρ Πόποβιτς και οι συνεργάτες του, προκειμένου να λάβουν απαντήσεις για την ταυτότητα των γραφέων, χρησιμοποίησαν την τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Επέλεξαν να εφαρμόσουν την καινοτόμο μέθοδο γραφολογικής ανάλυσης στο Βιβλίο του Ησαΐα, που θεωρείται το σημαντικότερο από τα χειρόγραφα και έχει διατηρηθεί σε καλή κατάσταση. Ηταν, άλλωστε, μεταξύ των πρώτων παπύρων που βρέθηκαν. Χρονολογείται στο 125 π.Χ., έχει μήκος 7,3 μέτρων, πλάτος 26 εκατοστών και περιέχει 54 στήλες εβραϊκής γραφής. O Πόποβιτς εστίασε την προσοχή του σε ένα συγκεκριμένο σημείο του χειρογράφου. Ανάμεσα στις στήλες 27 και 28 υπάρχει ένα μικρό κενό στη γραφή και ξεκινάει μια νέα σελίδα – είναι δηλαδή το σημείο όπου τα δύο φύλλα παπύρου έχουν συρραφεί. Αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό έκανε τους ερευνητές να αναρωτηθούν κατά πόσον ο πάπυρος είχε γραφεί από δύο διαφορετικά χέρια. 

Στα σπήλαια του Κουμράν βρέθηκαν τα αρχαιότερα κείμενα της εβραϊκής Βίβλου, που χρονολογούνται από τον 4ο αιώνα π.Χ. μέχρι τον 2ο αιώνα μ.Χ. Φωτ. SHUTTERSTOCK

Ο αλγόριθμος

Για να λύσουν το μυστήριο, δημιούργησαν έναν αλγόριθμο τον οποίο «εκπαίδευσαν» να διαφοροποιεί το κείμενο ή το μελάνι από το δέρμα του ζώου, τον πάπυρο πάνω στο οποίο είχε γραφεί. Για να το επιτύχουν, ο δρ Μαρούφ Ντάλι, μεταπτυχιακός φοιτητής της έδρας Τεχνητής Νοημοσύνης του ολλανδικού πανεπιστημίου, κατασκεύασε ένα νευρωνικό δίκτυο, το οποίο εκπαιδεύτηκε να αναγνωρίζει την παραμικρή διακύμανση του γραφικού χαρακτήρα. Το δίκτυο κατέγραψε τα ιδιαίτερα ίχνη της μελάνης, ακόμα και όταν τα αρχαία γράμματα είχαν μετατραπεί σε ψηφιακές εικόνες. «Αυτό είναι πολύ σημαντικό διότι αυτά τα ίχνη συνδέονται άμεσα με την κίνηση των μυών του γραφέα και είναι διαφορετικά και ιδιαίτερα σε κάθε άνθρωπο», επισημαίνει ο Λαμπέρτ Σομέικερ, καθηγητής Επιστήμης Ηλεκτρονικών Υπολογιστών και Τεχνητής Νοημοσύνης του Πανεπιστημίου του Κρόνινγκεν.

Η ανάλυση που πραγματοποίησε το νευρωνικό δίκτυο κατέταξε τις 54 στήλες του Βιβλίου του Ησαΐα σε δύο ομάδες και εντόπισε τη μετάβαση από τη μία γραφή στην άλλη, περίπου στο μέσον του κειμένου. Μια δεύτερη γραφιστική ανάλυση, που έγινε με διαφορετικό τρόπο, κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα: δύο διαφορετικοί γραφείς είχαν γράψει το κείμενο, oι οποίοι, παρά την προσπάθεια και συνεργασία τους ώστε να είναι όμοιος ο γραφικός τους χαρακτήρας, άφησαν αποτυπώματα της προσωπικότητάς τους στο έργο τους. 
Τώρα οι ερευνητές σκοπεύουν να εφαρμόσουν την ίδια μέθοδο και σε άλλα Χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας, ευελπιστώντας ότι θα καταφέρουν να διακρίνουν την προέλευση των διαφορετικών γραφέων ή ακόμα και κάποιο είδος εκπαίδευσης στη γραφή. Ταυτόχρονα, ελπίζουν ότι οι αναλύσεις τους θα αποκαλύψουν περισσότερα για την ταυτότητα των δημιουργών των Χειρογράφων, συμβάλλοντας σημαντικά στην καλύτερη αποκρυπτογράφηση της πολιτισμικής εξέλιξης της εβραϊκής Βίβλου. 

Οι επιστολές του Αποστόλου Παύλου

Η αποκρυπτογράφηση των Χειρογράφων της Νεκράς Θάλασσας δεν αποτελεί την πρώτη φορά που ηλεκτρονικοί υπολογιστές και τεχνητή νοημοσύνη συμβάλλουν στην ανάλυση θρησκευτικών κειμένων. Πρόσφατα, ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου Νεσατέλ της Ελβετίας χρησιμοποίησε τη μηχανική μάθηση και την υφομετρία (στιλομετρία) προκειμένου να διαπιστώσει ποιες από τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου γράφτηκαν από τον ίδιο. Καρπός της εργασίας τους ήταν το συμπέρασμα ότι το έργο δεν μπορεί να αποδοθεί σε έναν, μοναδικό, συγγραφέα. Αλλοι ακαδημαϊκοί εφαρμόζουν την τεχνολογία για την εκπόνηση συγκριτικών μελετών ορισμένων επαναλαμβανόμενων θεμάτων της εβραϊκής Βίβλου. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν βοηθάει, όμως, μόνο στην ανάλυση των κειμένων, αλλά και στη χρονολόγησή τους, καθώς επιτρέπει τον εντοπισμό τεχνοτροπιών γραφής σε πολλά κείμενα, εξαλείφοντας την ανάγκη ανάλυσης με ραδιενεργό άνθρακα, διαδικασία που επιβάλλει την καταστροφή τμήματος του εγγράφου. Μπορεί οι νέες τεχνολογίες να έχουν κάνει αισθητή την παρουσία τους και στον τομέα της θρησκευτικής ανάλυσης, αλλά ακόμη δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τον άνθρωπο-ερευνητή.