- Διαφήμιση -

Δύο μικροσκοπικά κομμάτια υφάσματος, τα οποία, εκτίθενται μαζί με πλείστα όσα «κειμήλια» της σταύρωσης στο Αυτοκρατορικό Θησαυροφυλάκιο των Αψβούργων, το Σατσκάμερ της Βιένης, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω της μοναδικότητας τους. Ενώ υπάρχει μια εντυπωσιακή ποικιλία σε εκκλησίες, μοναστήρια και μουσεία της Ευρώπης, από κομμάτια ξύλου που θεωρούνται τεμάχια του γνήσιου πάνω στο οποίο σταυρώθηκε ο Ιησούς, από καρφιά που έχουν ταυτιστεί με εκείνα της σταύρωσης, από αγκάθια, από το ακάνθινο στεφάνι καθώς και από φιαλίδια τα οποία υποτίθεται ότι φύλαξαν σταγόνες από το αίμα του Χριστού, δεν υπάρχει κάτι που να παραπέμπει στο Μυστικό Δείπνο και το Νιπτήρα, εκτός φυσικά από το περίφημο Άγιο Δισκοπότηρο και τους θρύλους που το συνοδεύουν στο διάβα των αιώνων. Το «κενό» αυτό φυσικά δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο από τους ανθρώπους του μεσαίωνα που είχαν επιδοθεί στο εξαιρετικά επικερδές επάγγελμα της πλαστογράφησης κειμηλίων τα οποία και πουλούσαν σε πιστούς μαζί με αναμνηστικά μετάλλια κατά τις εκθέσεις σημαντικών κειμηλίων όπως η Σινδόνη του Τορίνο ή σε μεγάλες γιορτές στα πρώτα εκείνα βήματα του θρησκευτικού τουρισμού που τελικά έχει ιστορία η οποία χάνεται στα βάθη του χρόνου. Αν και η αυθεντικότητα ή όχι των εν λόγω μυστηριωδών κειμηλίων δεν έχει διαψευστεί ή επιβεβαιωθεί το γεγονός ότι κάνουν την εμφάνιση τους μόλις τον 15ο αιώνα στην ιστορία μάλλον παραπέμπει σε μια από τις πάμπολλες πλαστογραφήσεις. Πρόκειται για δυο κομμάτια υφάσματος το ένα από τα οποία πιστεύονταν ότι αποτελούσε τμήμα εκείνου που κάλυψε το τραπέζι του Μυστικού Δείπνου, το λεγόμενο «De menzali Domini», όπως υπενθυμίζει η ανάγλυφη παράσταση στο πίσω μέρος της λειψανοθήκης και το επονομαζόμενο «Lintheo Domini», το οποίο θεωρούνταν ό,τι είχε καταφέρει να επιβιώσει από το ύφασμα που χρησιμοποίησε ο Χριστός για να πλύνει τα πόδια των μαθητών του κατά το Νιπτήρα. Η τεκμηριωμένη ιστορία των δυο αυτών κειμηλίων ξεκινά στα 1459 οπότε και εμφανίστηκαν κατά την παρουσίαση των Αυτοκρατορικών Θησαυρών στη Νυρεμβέργη, όπου εκτέθηκαν μαζί με άλλα κειμήλια τα οποία θεωρούνταν ότι άνηκαν στον Καρλομάγνο, κατά τις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές, μαζί με τη λόγχη και καρφιά που πιστεύονταν ότι χρησιμοποιήθηκαν στη σταύρωση του Χριστού. Μάλιστα κατά την έκθεση πολλών από τα κειμήλια όπως είχε συμβεί αρκετές φορές στο παρελθόν οι πιστοί πήγαιναν να προσκυνήσουν κρατώντας καθρεπτάκια ελπίζοντας να πάρουν λίγη από τη δύναμη τους στον αντικατοπτρισμό τους.

Πρόκειται για δυο κομμάτια υφάσματος το ένα από τα οποία πιστεύονταν ότι αποτελούσε τμήμα εκείνου που κάλυψε το τραπέζι του Μυστικού Δείπνου, το λεγόμενο «De menzali Domini», όπως υπενθυμίζει η ανάγλυφη παράσταση στο πίσω μέρος της λειψανοθήκης και το επονομαζόμενο «Lintheo Domini», το οποίο θεωρούνταν ό,τι είχε καταφέρει να επιβιώσει από το ύφασμα που χρησιμοποίησε ο Χριστός για να πλύνει τα πόδια των μαθητών του κατά το Νιπτήρα.

Οι δύο λειψανοθήκες που φιλοξενούν τα δυο κομμάτια υφάσματος κατασκευάστηκαν στη Νυρεμβέργη μετά το 1518 και φέρουν ακόμα χαραγμένα τα ονόματα των ανθρώπων που παρήγγειλαν την κατασκευή τους για λογαριασμό των Αρχών της πόλης, έχοντας παράλληλα την τιμή να κρατούν τα κλειδιά του θησαυροφυλακίου όπου και αυτά φυλάσσονταν. Ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά για την προγενέστερη ιστορία τους, με αποτέλεσμα κανείς να μην μπορεί να εκτιμήσει ούτε την προέλευσή τους ούτε βεβαίως να κρίνει αν είναι αυθεντικά κειμήλια ή πλαστά του Μεσαίωνα. Οι λειψανοθήκες με χαρακτηριστικά στοιχεία τόσο της γοτθικής τέχνης όσο και της όψιμης Αναγέννησης εικονίζουν, επίσης, τους δύο Αγίους προστάτες της Νυρεμβέργης, τους Σέμπαλτ και Λορέντζ.

-Ανακαλύψτε το νέο e-shop του Βιβλιοπωλείου ΚΟΥΚΙΔΑ-

Μαζί με δεκάδες άλλα όπως ένα υποτιθέμενο και δη με παπική βούλα πέπλο της Αγίας Βερενίκης, εκτίθενται στο Αυτοκρατορικό Θησαυροφυλάκιο, όπου έχουν συγκεντρωθεί στο διάβα των αιώνων από το Μεσαίωνα και μετά χιλιάδες έργα τέχνης και θρησκευτικά κειμήλια. Τα αντικείμενα αυτά τοποθετήθηκαν τον 14ο αιώνα σε ένα ειδικό θησαυροφυλάκιο στην αυλή του ανακτόρου του Χόφμπουργκ, δίπλα στο αυτοκρατορικό παρεκκλήσι από τους Αψβούργους και αποτελούν σήμερα τον πυρήνα του διάσημου Σατσκάμερ. Φυσικά το πιο θρυλικό από αυτά δεν είναι άλλο από την περίφημη «λόγχη του πεπρωμένου» με τη μοναδική της ιστορία.

Μεταξύ των εκθεμάτων περιλαμβάνονται εμβλήματα ηγεμόνων και προσωπικά τους αντικείμενα, όπως όπλα αλλά και πολύτιμα insignia που θεωρούνται ή θεωρήθηκαν αυθεντικά του Καρλομάγνου καθώς και πληθώρα από θρησκευτικά αντικείμενα, τα περισσότερα από τα οποία από πολύτιμα υλικά. Στα 1612 η συλλογή εμπλουτίστηκε με αντικείμενα που περιλαμβάνονταν στο θησαυροφυλάκιο του αυτοκράτορα Ρούντολφ ΙΙ στην Πράγα, ενός από τους μαικήνες της τέχνης της εποχής. Το στέμμα του, άλλωστε, βρίσκεται σε μια από τις προθήκες, έχοντας αποκτήσει ιδιαίτερη συμβολική αξία μετά την ανακήρυξη της Αυστριακής Αυτοκρατορίας στα 1804. Στα 1782 ο αυτοκράτορας Ιωσήφ ΙΙ μοίρασε στα δυο τους θησαυρούς, που εμπλουτίστηκαν στα 1794 με έργα από τις Βρυξέλλες, και στα 1800 με τη μεταφορά των «αυτοκρατορικών εμβλημάτων», των «Regalia» από τη Νυρεμβέργη στη Βιέννη. Μετά την πτώση του Ναπολέοντα και την επιστροφή της συζύγου του, της αρχιδούκισσας Μαρίας Λουίζας από την Αυστρία, προσωπικά αντικείμενα του Βοναπάρτη μεταφέρθηκαν στο Σατσκάμερ. Στο διάβα των χρόνων οι συλλογές εμπλουτίστηκαν με σημαντικά έργα τέχνης και ιστορικά αντικείμενα. Στα 1938 ξεκινά μια σκοτεινή περίοδος, καθώς το θησαυροφυλάκιο έκλεισε και τα αυτοκρατορικά Regalia της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μεταφέρθηκαν από τους ναζί στη Νυρεμβέργη, απ’ όπου επιστράφηκαν στη Βιέννη από τον Αμερικανικό στρατό στα 1946. Από τα 1954 το Σατσκάμερ απέκτησε το χαρακτήρα μουσείου ανοικτού στο κοινό, ενώ στα 1987 επεκτάθηκε με νέες πτέρυγες.