- Διαφήμιση -

Πώς λειτουργεί το σύστημα διαχείρισης για τις φιάλες μιας χρήσης.

Στις 3 Ιουλίου, σε λιγότερο από δύο μήνες, τα υπουργεία Περιβάλλοντος και Ανάπτυξης θα πρέπει με μια κοινή απόφαση και κατόπιν εισήγησης του Ελληνικού Οργανισμού Ανακύκλωσης (ΕΟΑΝ) να ορίσουν το πλαίσιο για τη δημιουργία του πρώτου συστήματος εγγυοδοσίας για πλαστικές φιάλες και κουτάκια αλουμινίου στη χώρα μας. Αυτό τουλάχιστον προβλέπει ο νόμος 4736/20, με τον οποίο η Ελλάδα εναρμονίστηκε με την κοινοτική νομοθεσία για τη μείωση των επιπτώσεων των πλαστικών μιας χρήσης στο περιβάλλον.

-Ανακαλύψτε το νέο e-shop του Βιβλιοπωλείου ΚΟΥΚΙΔΑ-

Το πλαίσιο αυτό δεν φαίνεται ότι θα είναι έτοιμο στις αρχές Ιουλίου. Και αυτό είναι το μικρότερο πρόβλημα. Το υπουργείο Περιβάλλοντος πρόκειται να τροποποιήσει τον νόμο 4736, προκειμένου μεταξύ άλλων να επιτρέψει όχι ένα κοινό «σύστημα» εναλλακτικής διαχείρισης για την οργάνωση της εγγυοδοσίας, αλλά περισσότερα από ένα «συστήματα». Μια κίνηση που είναι αντίθετη στην κοινή πρακτική των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης όπου λειτουργούν ανάλογα συστήματα. Είναι αντίθετη στην πρόταση της γερμανικής εταιρείας συμβούλων, που προσέλαβε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να υποβοηθήσει τη χώρα μας σε θέματα διαχείρισης απορριμμάτων. Και είναι αντίθετη σε αυτό που ζητεί η αγορά της εμφιάλωσης (αναψυκτικών, νερών, ποτών), η οποία θα χρηματοδοτήσει, θα οργανώσει και θα λειτουργήσει το εν λόγω σύστημα. Για ποιο λόγο γίνεται αυτό; Και γιατί έχει τόση σημασία;
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ηδη από τη δεκαετία του ’70, η αύξηση του κόστους μεταφοράς των προϊόντων, η άνοδος του καταναλωτισμού και η πρόθεση των εταιρειών εμφιάλωσης να διευκολύνουν τους καταναλωτές οδήγησαν σε εκτίναξη της παραγωγής φιαλών μιας χρήσης από πλαστικό (κατά κύριο λόγο PET) και αλουμίνιο. Το 1989 η Ισλανδία έγινε η πρώτη χώρα στον κόσμο που εφάρμοσε ένα νέο σύστημα για την ανάκτηση των φιαλών αυτών: ονομάζεται σύστημα επιστροφής εγγύησης ή εγγυοδοσίας, γνωστό με το αγγλικό αρκτικόλεξο DRS (deposit refund system). Πρόκειται για ένα σύστημα, γνωστό στην Ελλάδα από τις γυάλινες φιάλες μπίρας, σύμφωνα με το οποίο στην τιμή του προϊόντος προστίθεται εμφανώς ένα μικρό «καπέλο» (συνήθως 0,05-0,20 ευρώ), το οποίο δίνεται πίσω στον καταναλωτή όταν αυτός επιστρέφει τη φιάλη σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο. Σήμερα, 14 χώρες στον κόσμο (οι 10 στην Ευρώπη) έχουν θέσει σε λειτουργία ανάλογα συστήματα με δύο μεγάλα οφέλη: υψηλά ποσοστά ανακύκλωσης, εξαιρετική «καθαρότητα» υλικών προς ανακύκλωση, άρα και επανάχρηση.

Η πρακτική αυτή για την Ευρωπαϊκή Ενωση δεν είναι πλέον προαιρετική. Οι πρόσφατες οδηγίες για τα πλαστικά μιας χρήσης και τη διαχείριση των απορριμμάτων επιβάλλουν σε όλα τα κράτη-μέλη να θέσουν σε εφαρμογή ανάλογα συστήματα μέσα στα αμέσως επόμενα χρόνια, τουλάχιστον για τις φιάλες μιας χρήσης. Σε όλες τις περιπτώσεις στην Ευρώπη, πλην μιας, τα συστήματα αυτά οργανώθηκαν από τον ιδιωτικό τομέα, δηλαδή τους θεωρούμενους από τη νομοθεσία ως «παραγωγούς»: τους παραγωγούς, τους εισαγωγείς και την αλυσίδα της λιανικής. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σύνθετο εγχείρημα καθώς προϋποθέτει την άρτια συνεργασία ανταγωνιστικών μεταξύ τους εταιρειών, έναν ισχυρό εποπτικό ρόλο του κράτους και βέβαια μια όχι ευκαταφρόνητη επένδυση.

Σε περισσότερους από έναν φορείς θα ανατεθεί η οργάνωση για το DRS

Στην Ελλάδα η συζήτηση για τη δημιουργία ενός συστήματος εγγυοδοσίας άρχισε πρόσφατα, με αφορμή την εναρμόνιση της χώρα μας με την κοινοτική νομοθεσία. Το υπουργείο Περιβάλλοντος ξεκίνησε τους προηγούμενους μήνες συζητήσεις με φορείς του κλάδου σχετικά με τον τρόπο οργάνωσης του συστήματος. Την υπόθεση υποβοήθησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αναθέτοντας σε γερμανικό συμβουλευτικό οργανισμό (GIZ- Gesellschaft fur Internazionale Zusammenarbeit) να παρέχει τεχνική βοήθεια. O GIZ εκπόνησε για λογαριασμό της ελληνικής κυβέρνησης μελέτη σκοπιμότητας, που παραδόθηκε στο ΥΠΕΝ τον Φεβρουάριο του 2020. 

«Πιστεύουμε ότι το DRS θα είναι ένα σημαντικό εργαλείο στην προσπάθεια της χώρας μας να αυξήσει τα ποσοστά της ανακύκλωσης», λέει στην «Κ» ο γενικός γραμματέας Συντονισμού Διαχείρισης Αποβλήτων, Μανώλης Γραφάκος. «Σύμφωνα με τη νέα νομοθεσία, από τις 5 Ιανουαρίου 2023 οι φορείς συσκευασίας ποτών από πλαστικά μιας χρήσης και αλουμίνιο, έως και 1,5 λίτρο, θα πρέπει να εφαρμόσουν πανελλαδικής εμβέλειας συστήματα επιστροφής εγγύησης, για να επιτύχουν τους στόχους που προβλέπει η νομοθεσία: ανακύκλωση πλαστικών συσκευασιών στο 50% έως το 2025 και 55% έως το 2030, ανακύκλωση αλουμινένιων συσκευασιών στο 50% έως το 2025 και 60% έως το 2030». 

Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, για την ανάπτυξη του DRS θα δημιουργηθεί ένα σύστημα εναλλακτικής διαχείρισης, δηλαδή ένας μη κερδοσκοπικός φορέας με μέλη του τους «παραγωγούς» τέτοιων προϊόντων. Ενα πρώτο βασικό πρόβλημα είναι ότι υπεύθυνος για την αδειοδότηση και τον έλεγχο του νέου συστήματος θα είναι ο Ελληνικός Οργανισμός Ανακύκλωσης (ΕΟΑΝ), ο οποίος το τελευταίο έτος έχει απολέσει παντελώς την αξιοπιστία του – η κρίση εκδηλώθηκε με τις παραιτήσεις πρώτα των εκπροσώπων των περιβαλλοντικών οργανώσεων από το διοικητικό συμβούλιο και στη συνέχεια του διευθύνοντος συμβούλου του ΕΟΑΝ. Το υπουργείο Περιβάλλοντος επιμένει από την πλευρά του ότι όλα βαίνουν καλώς, είναι όμως το μόνο.

Τώρα έρχεται η δεύτερη ανατροπή. Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», στο σχέδιο νόμου για την ανακύκλωση που θα δοθεί σε διαβούλευση μέσα στις επόμενες ημέρες, θα προβλέπεται η δημιουργία περισσότερων των ενός συστημάτων για το DRS. Την πληροφορία επιβεβαιώνει ο κ. Γραφάκος. «Είμαστε ως κυβέρνηση υπέρ της ελεύθερης αγοράς. Θα επιτρέψουμε τη δημιουργία διαφορετικών συστημάτων DRS, και εφόσον η αγορά κρίνει ότι το επιθυμεί να μπορεί να το πράξει». Ωστόσο οι ίδιες επιχειρήσεις εμφιαλώσεως που θα χρηματοδοτήσουν την οργάνωση και λειτουργία του συστήματος, διαφωνούν με την επιλογή αυτή, υποστηρίζοντας ότι θα εγείρει θέματα βιωσιμότητας του συστήματος και διαφάνειας. 

Αντίθετοι οι εμφιαλωτές στην πολυδιάσπαση, ζητούν συνθήκες διαφάνειας

Ενα ενιαίο σύστημα για όλους τους «παραγωγούς», το οποίο θα οργανωθεί σωστά και θα λειτουργεί με συνθήκες διαφάνειας. Αυτό ζητάει η αγορά των εμφιαλωτών στην Ελλάδα από το υπουργείο Περιβάλλοντος – μάλιστα, η πληροφορία περί δημιουργίας περισσότερων των ενός συστημάτων βρίσκει αντίθετους βασικούς φορείς του χώρου.

«Ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών Αναψυκτικών (ΣΕΒΑ) και η Ελληνική Ενωση Ζυθοποιών έχουν συστήσει τη Συντονιστική Επιτροπή Παραγωγών Αναψυκτικών και Ζυθοποιών για την Εγγυοδοσία έχοντας μάλιστα ολοκληρώσει σχετική μελέτη από τον κορυφαίο σύμβουλο DRS στην Ε.Ε. για την ανάπτυξη του DRS στην Ελλάδα», επισημαίνει στην «Κ» η Αγγελική Πατρούμπα, πρόεδρος του ΣΕΒΑ και διευθύντρια εταιρικών σχέσεων της Coca-Cola 3E. «Ηταν απαραίτητο για να αποτυπωθούν σωστά τα δεδομένα, τα μεγέθη και οι ιδιαιτερότητες της χώρας, όπως η γεωγραφική με τη νησιωτικότητα, η δομή της αγοράς (πλειοψηφία σημείων μικρής λιανικής και HoReCa), η έντονη εποχικότητα στην κατανάλωση κ.ο.κ. Θέλουμε διάλογο και συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς και τον κλάδο, προκειμένου να σχεδιαστεί ένα αποτελεσματικό και επιτυχημένο σύστημα που θα βοηθήσει τη χώρα μας και εμάς τους παραγωγούς να πετύχουμε τους στόχους συλλογής και ανακύκλωσης. Για εμάς υπάρχουν ορισμένες βασικές αρχές που θέσαμε υπόψη του ΥΠΕΝ κατά τη σχετική διαβούλευση: Το σύστημα να είναι διαχειριζόμενο από τους υπόχρεους παραγωγούς, οι οποίοι θα το σχεδιάσουν, θα το οργανώσουν και θα το λειτουργήσουν μαζί με τους retailers, ενιαίο, όπως προβλέπεται σήμερα, για όλα τα υλικά που υπόκεινται σε DRS, με κατάλληλη σήμανση των προϊόντων και ασφαλιστικές δικλίδες αντι-διαφθοράς για απόλυτη διαφάνεια.  Η δημιουργία περισσότερων του ενός συστημάτων δεν εφαρμόζεται σε καμία χώρα και δεν έχει λόγο, αφού τα συστήματα αυτά είναι μη κερδοσκοπικά, άρα μη ανταγωνιστικά και για λόγους ευκολίας του καταναλωτή».

«Το DRS είναι ένα πολύ σύνθετο εγχείρημα, γιατί πρέπει να δημιουργηθεί μια αποτελεσματική αλυσίδα ανάμεσα στους καταναλωτές, στα καταστήματα, στους παραγωγούς και στον οργανισμό που θα διαχειριστεί τα υλικά που θα συλλέγονται», λέει ο Αλέξανδρος Δανιηλίδης, αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ενωσης Ζυθοποιών και διευθύνων σύμβουλος της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας. «Για να χτιστεί ένα βιώσιμο σύστημα, πρέπει να υπάρξει σωστός διάλογος ανάμεσα στο κράτος και σε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς. Οι ισχύουσες διατάξεις, οι ευρωπαϊκές πρακτικές, αλλά και η λογική, λένε ότι ένα ενιαίο σύστημα θα διαχειριστεί πιο σωστά αυτό το τεράστιο εγχείρημα. Ως Ελληνική Ενωση Ζυθοποιών πιστεύουμε ότι η καλύτερη δυνατή λύση θα έρθει μέσα από τη συναίνεση. Αν επιχειρήσει ο κάθε κλάδος ή κάποιες εταιρείες να κινηθούν χωριστά, αυτό θα ζημιώσει τη συνολική προσέγγιση και τη βιωσιμότητα της συνολικής εθνικής προσπάθειας».

«Για τον Σύνδεσμο Εταιρειών Εμφιάλωσης Ελληνικού Φυσικού Μεταλλικού Νερού (ΣΕΦΥΜΕΝ), για την επιτυχία του DRS στην Ελλάδα, πρέπει να διασφαλιστεί η καθολική συμμετοχή όλων των εταιρειών στη δημιουργία ενός ενιαίου συστήματος», σημειώνει ο Δημήτρης Μεντεκίδης, πρόεδρος του συνδέσμου και της εταιρείας Μεντεκίδης Α.Ε. «Παρατηρώ όμως το εξής: η ευρωπαϊκή εμπειρία αποδεικνύει ότι το σύστημα χρειάζεται τουλάχιστον 2-3 χρόνια για να λειτουργήσει και ένα εξάμηνο για να εξοικειωθεί ο κόσμος. Εμείς καλούμαστε να το εφαρμόσουμε σε ενάμιση χρόνο».

Ηδη σε λειτουργία

Συστήματα επιστροφής εγγύησης για τις φιάλες νερού, αναψυκτικών και ποτών λειτουργούν σήμερα σε Ισλανδία, Νορβηγία, Σουηδία, Δανία, Φινλανδία, Γερμανία, Ολλανδία, Εσθονία, Λιθουανία, Κροατία, καθώς και στον Καναδά (σε 12 περιφέρειες), στις ΗΠΑ (σε 10 πολιτείες) και στην Αυστραλία (σε 4 περιοχές). Τα συστήματα είναι πλέον υποχρεωτικά σε όλη την Ε.Ε.

Τα υπέρ

Σύμφωνα με έκθεση του Eunomia, τα DRS έχουν πολύ υψηλά ποσοστά ανακύκλωσης (σε κάποιες χώρες άνω του 90-95%). Οι συσκευασίες που συλλέγονται είναι καθαρές και ιδανικές για την παραγωγή δευτερογενούς πρώτης ύλης. Επίσης μειώνεται σημαντικά η ρύπανση στον δρόμο, αλλά και στο θαλάσσιο περιβάλλον.

Μειονεκτήματα

Με δεδομένο ότι διαχειρίζονται μεγάλα χρηματικά ποσά, έχουν παρατηρηθεί απάτες σε συστήματα DRS. Η πιο συνηθισμένη είναι να καταμετρούνται πολλές φορές τα ίδια προϊόντα (όταν δεν υπάρχει ιχνηλασιμότητα μέσω bar code) ή οι συμβεβλημένες εταιρείες να δηλώνουν στο σύστημα μικρότερες ποσότητες από αυτές που διακινούν, για να πληρώσουν μικρότερη εισφορά.