Πριν λίγο καιρό έλαβε χώρα στην Αθήνα ένα συνέδριο για τα απομνημονεύματα του 1821. Διοργανώθηκε από το ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων με την συμμετοχή πολλών επιφανών επιστημόνων, κατά κύριο λόγο ιστορικών. Με το συνέδριο τούτο άνοιξε επιτυχώς ο κύκλος δράσεων «1821-2021: 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση».

Είναι απολαυστικό να ακούς ιστορικούς. Κρέμεσαι απ’ τα χείλη τους. Όσο εμείς αναζητούμε λίγη γενναιότητα για να ανοίξουμε ένα βιβλίο γυρίζοντας σπίτι απ’ τη δουλειά, εκείνοι μέσα στη μέρα τους έχουν ήδη διαβάσει εκατοντάδες σελίδες ιστορίας ενδεχομένως και με μεγεθυντικό φακό προκειμένου για την ανάλυση και του παραμικρού ιστορικού γεγονότος. Είναι ευτύχημα λοιπόν να τους ακούς να μοιράζονται μαζί σου τις ανακοινώσεις τους. Μας κάνουν πλουσιότερους. Και αντιστρόφως, συμβαίνουν δυστυχήματα, όταν δεν τους ακούν, ιδίως οι πολιτικοί.

Με αφορμή λοιπόν τα απομνημονεύματα, που έχουν γραφτεί για το 1821, τις ομοιότητες, τις διαφορές ή την προέλευσή τους, ο διαπρεπής καθηγητής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Νίκος Ροτζώκος μας μίλησε μεταξύ άλλων και για την περιφερειακή ταυτότητα, την οποία είχε διαμορφώσει και εκδηλώσει από νωρίς η Πελοπόννησος, πριν ακόμα ξεκινήσει η Επανάσταση.

Ήδη λοιπόν από την εποχή της δευτέρας, όπως αποκαλείται Τουρκοκρατίας, ήτοι από το 1715 κι έπειτα, οι περιοχές της Πελοποννήσου είχαν ενταχθεί σε μία και ενιαία περιφερειακή οργάνωση με την εκλογή δημογερόντων στις κοινότητες, κοτζαμπάσηδων ή προεστών στις επαρχίες ενώ αργότερα εισήχθη και μια τρίτη βαθμίδα εκπροσώπησης, οι μωρογιάννηδες, ήτοι τρεις χριστιανοί εκπρόσωποι στο συμβούλιο του Πασά, οι οποίοι εκλέγονταν από τους κοτζαμπάσηδες.  Από τότε λοιπόν παρατηρούνται στην Πελοπόννησο πελατειακά δίκτυα, φατρίες ή και κόμματα, όπως ακριβώς τα ονομάζει ο αγωνιστής του 21 και λόγιος Μιχαήλ Οικονόμου.

Είναι ιστορικά τεκμηριωμένο πως από τον 18ο αιώνα στην Πελοπόννησο είχαν αναπτυχθεί περιφερειακά, δηλαδή διατοπικά, δίκτυα διοικητικά, πολιτικά και εμπορικά, που ξεπερνούσαν τον στενό τοπικισμό. Δίκτυα αλληλογνωριμιών, που αναπόφευκτα σφυρηλατούσαν ενιαίους δεσμούς. Είναι χαρακτηριστικό, όπως τόνισε ο ως άνω καθηγητής, πως το Αχαϊκό και το Καρυτυνομεσσηνιακό κόμμα τότε είχαν οπαδούς σε ολόκληρη την Πελοπόννησο. Γι’ αυτό και πολύ εύλογα ο αείμνηστος ακαδημαϊκός Μιχαήλ Σακελλαρίου στην μελέτη του για την εποχή εκείνη κάνει λόγο για Χώρα της Πελοποννήσου. Όλοι οι ιστορικοί παραδέχονται αυτήν την περιφερειακή ταυτότητα, η οποία ονομάστηκε πελοποννησιακότητα και εκδηλώθηκε έντονα και ποικιλότροπα αρκετό καιρό πριν το ξέσπασμα της Επανάστασης.

Οι ίδιοι ιστορικοί με την επιστημονική ευλάβεια, που τους διακρίνει, βλέπουν διακριτές διαφορές ανάμεσα στην περιφερειακή οργάνωση της Πελοποννήσου από τη μια και τα διάφορα πασαλίκια και αρματολίκια άλλων ελληνικών περιοχών από την άλλη. Για τον πολύ κρίσιμο και σημαντικό αυτό λόγο η Φιλική Εταιρεία, όπως υποστηρίζουν, ορθά επέλεξε την Πελοπόννησο για την έναρξη της επανάστασης.

Παντού και πάντες συγκινούσε η εθνική ιδέα της Φιλικής Εταιρείας για επανάσταση αλλά στην Πελοπόννησο η ιδέα αυτή εγκολπώθηκε καλύτερα και αποτελεσματικότερα. Διότι στηρίχτηκε σ’ αυτό το προϋπάρχον δίκτυο εμπιστοσύνης, που είχε ήδη αναπτυχθεί ανάμεσα σε εμπόρους, λόγιους, κληρικούς και οπλαρχηγούς του Μοριά. Το 1819 ιδρύεται η πελοποννησιακή αδελφότητα με την συμμετοχή και του Μπέη της Μάνης. Σύμφωνα δε με την ποσοτική ανάλυση των καταλόγων της Φιλικής Εταιρείας, όπως διαβάζουμε στο έργο του Γεωργίου Φράγκου, στην Πελοπόννησο συναντώνται τα περισσότερα μέλη της Φιλικής Εταιρείας, υπερδιπλάσιος αριθμός σε σύγκριση με άλλες περιοχές, 351 έναντι 116 μελών στα Ιόνια νησιά.

Έπειτα λοιπόν απ’ αυτά τα ιστορικά στοιχεία είναι να απορεί κανείς ποιό ελληνικό χέρι υπέγραψε πριν μερικά χρόνια να χωριστούν τα Καλάβρυτα, το Αίγιο, η Χαλανδρίτσα, η Γαστούνη, η Κυλλήνη, η Ολυμπία και η Ανδρίτσαινα από παλιούς συναγωνιστές και νυν φίλους από την γειτονική Γορτυνία, τη Βυτίνα, τα Λαγκάδια, την Τριφυλία και την Σπάρτη ; Ευχής έργον είναι να ενωθεί πάλι η Πελοπόννησος σε μία περιφέρεια. Γιατί έτσι, σε κάτι τέτοιες μικρές προσβολές της ιστορίας συνηθίσαμε και περάσαμε μετά και σε πιο μεγάλες.

Στάθης Κεφαλούρος