Αλκίνοος Ιωαννίδης | Οι «Βάκχες» είναι ένα αρχέγονο «Sex, Drugs & Rock ‘n’ Roll» έργο

Συνέντευξη στον Γιώργο Χαρωνίτη (athinorama.gr)

 

Ένα «Δίπτυχο» της τέχνης του παρουσιάζει ο σπουδαίος μουσικός/τραγουδοποιός στο Μέγαρο Μουσικής, στις 29 και 30 Μαρτίου: τη μουσική του για τις «Βάκχες» του Ευριπίδη αφενός και μια ανθολογία από τα καλύτερα τραγούδια του αφετέρου με συμμετοχή συμφωνικού συνόλου και γυναικείας χορωδίας. Σε μια ανάπαυλα από τις πρόβες και τη δουλειά στο στούντιο συνάντησα τον Αλκίνοο Ιωαννίδη, χαλαρά με λίγο εσπρέσο και ένα Tascam να καταγράφει μια κουβέντα η ροή της οποίας μεταφέρεται σχεδόν αυτούσια στην οθόνη. Δεν χρειάζεται αφορμή για να μιλήσουμε με τον Αλκίνοο. Ξέροντας ότι οι αισθητικές προσεγγίσεις και οι απόψεις μας για την ζωτική σημασία της τέχνης τέμνονται, παραλληλίζονται ή και ταυτίζονται…

 Φωτό: Γιάννης Μαργετουσάκης
Φωτό: Γιάννης Μαργετουσάκης

Στις 29 και 30 Μαρτίου, στο Μέγαρο Μουσικής (αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη) δίνεις δύο συναυλίες όπου στο πρώτο μέρος θα ακούσουμε κάτι διαφορετικό από αυτά που μας έχεις συνηθίσει ως τώρα.
Είναι η μουσική που έγραψα για τη θεατρική παραγωγή στις “Βάκχες”, το 2011, για τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου που είχε σκηνοθετήσει ο Paolo Baiocco, ένας Ιταλός σκηνοθέτης όπερας. Το 2012 την μετέγραψα σε μια φόρμα ενός ιδιόμορφου, ιδιότυπου ορατορίου και παρουσιάστηκε στη Φιλαρμονική της Αγίας Πετρούπολης. Είναι για ορχήστρα, χορωδία, σόλο γυναικεία και ανδρική φωνή, ηθοποιό – που τον έκανα και τον κάνω εγώ, όπως και την ανδρική φωνή και έχω και το ρόλο του κρουστού. Οι σολίστες είναι δύο όμποε, ο ρόλος ο δικός μου και μια γυναικεία φωνή. Παίζουν η Ορχήστρα (εγχόρδων) Σύγχρονης Μουσικής της ΕΡΤ και η γυναικεία χορωδία Opus Femina από το ΚΕΠΑΠ του Δήμου Κορινθίων.

Είναι δηλαδή κάτι που ξεφεύγει από την απλή τραγουδιστική φόρμα. Αυτό δεν σημαίνει όμως πως αποφάσισες ξαφνικά να γίνεις “λόγιος” συνθέτης…
Όχι! Παραμένω τραγουδοποιός – είμαι πλασμένος έτσι! Και είμαι ταγμένος στο τραγούδι ψυχή τε και σώματι! Είναι μια τέχνη που τη θαυμάζω περισσότερο από όλες. Οι «Βάκχες» όμως έχουν μεγάλα φωνητικά μέρη, χορωδιακά, με κάποια θεατρικά στοιχεία, και δύο μεγάλους και δύσκολους μονολόγους, του Διονύσου και του Αγγέλου Β΄, τους οποίους ανέλαβα να ερμηνεύσω εγώ και μέσα σε όλα έχω να φρεσκάρω και την ιδιότητα του ηθοποιού. Στο δεύτερο μέρος θα έχουμε τραγούδια μου με ορχήστρα και χορωδία.

Με τη “Μικρή βαλίτσα” σου, όταν κυκλοφόρησε πριν από τρισήμιση χρόνια, είχα την αίσθηση πως βρισκόσουν σε μια αφετηρία, πως ξεκινούσες κάτι…
Όλο σε μια αφετηρία είμαι – και δεν ωριμάζω ποτέ. Πάντα κάτι ξεκινάω…

Αυτό το καινούριο και αυτή τη φρεσκάδα την βγάζεις συνεχώς και στις συναυλίες σου με αυτό το γκρουπ με τα έγχορδα που παίζετε αυτά τα τρισήμιση χρόνια και που αποδεικνύεται ένα από τα καλύτερα σχήματα που ακούμε σήμερα.
Δεν ξέρω τι αποδεικνύεται σε σχέση με άλλα – για μένα αυτό το σχήμα και ο τρόπος που παίζουμε σίγουρα είναι πιο κοντά σ’ αυτό που είμαι από όσο ήταν οποιοδήποτε άλλο σχήμα που είχα.

Σημασία έχει ότι βγάζει την αίσθηση της ομάδας, του γκρουπ…
Αυτό το σχήμα (Ιωαννίδης, Καλούδης, Πάππος, Σιώτας, Τσεκούρας) δεν μπορεί να λειτουργήσει κάτω από τη σύμβαση του “τραγουδιστή”, του “frontman” και των υπολοίπων που τον πλαισιώνουν. Με αυτούς τους ανθρώπους, που είναι σπουδαίος ο καθένας τους στον δικό του κόσμο – και αποτελεί “κόσμο” ο καθένας από αυτούς – γινόμαστε μια ομάδα για να δημιουργηθεί κάτι κοινό. Μπορεί το υλικό να το φέρνω εγώ – όπως και ένα μέρος των ενορχηστρώσεων – αλλά είναι εξίσου σημαντικός και δημιουργικός ο ρόλος του κάθε μέλους της ομάδας αυτής, οπότε αποτελεί ένα σύνολο ενιαίο. Και το αποτέλεσμα το μουσικό που βγαίνει νομίζω πως είναι φανερό πως είναι το προϊόν της δουλειάς πολλών ανθρώπων οι οποίοι δεν κάνουν οικονομία στο τι θα δώσουν σ’ αυτό – το δίνουν όλο, ό,τι έχουν. Και επειδή προέρχονται από διαφορετικούς κόσμους, το σημαντικό είναι ότι φέρνουν αυτούς τους κόσμους και τον χαρίζει ο καθένας απλόχερα έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια κοινή αισθητική.

Το οικονομικό δεν είναι το μόνο σημαντικό και προφανώς πηγάζει από άλλα προβλήματα και χαρακτηριστικά δικά μας, που τα αφήνουμε ακόμα άλυτα! Μπορεί να έχουμε αποτύχει ανθρώπινα – σαν κοινωνία. Έχουμε αποτύχει πολεοδομικά, οπωσδήποτε, δεκαετίες τώρα. Έχουμε αποτύχει αισθητικά. Έχουμε αποτύχει μορφωτικά.

Από τη μεριά μου, από τη μεριά δηλαδή ενός “ειδικευμένου” ακροατή που σας έχει δει 8-9 φορές να παίζετε, μπορώ να πω πως κάθε φορά είναι και κάτι καινούριο – και είναι κάτι που δεν το βαριέσαι ακόμα και από την άποψη του στάνταρ ρεπερτορίου.
Δεν βαριόμαστε κι εμείς. Αυτή είναι η αλήθεια… Και κάθε μέρα να το παίζουμε, πάλι δεν βαριόμαστε. Όλο εξελίσσεται, όλο αλλάζει – αλλάζει μαζί μας.

Το live και η ομάδα είναι πολύ σημαντικά πράγματα – ειδικά σε μια περίοδο σαν αυτή όπου η βιομηχανία του δίσκου δείχνει να βρίσκεται σε κάμψη…
Βέβαια, η ηχογράφηση είναι μια άλλη μαγική διαδικασία – και είναι επίσης και η ενηλικίωση των τραγουδιών. Όταν δεν τα ηχογραφείς είναι σα να τα έχεις σαν μικρά παιδιά στο σπίτι. Όταν τα εκδίδεις τα δίνεις έξω! (αυτή είναι η σημασία του εκδίδω). Παίρνουν τον δρόμο τους και ενηλικιώνονται – έχουν πάρει ότι ήταν να πάρουν από σένα και πια βγαίνουν και αποκτούν μια δική τους ζωή, ανεξάρτητη από τη δική σου. Σχετική με την δική σου πάντα αλλά, ταυτόχρονα, ανεξάρτητη. Και είναι ωραίο να παρακολουθείς τις ζωές των τραγουδιών σου. Ακόμα και όταν ο ίδιος τραγουδάω τα τραγούδια μου, ένα τραγούδι που το έγραψα πριν από 25 χρόνια, το βλέπω να ζει και να αλλάζει – όπως αλλάζω εγώ και όπως αλλάζει το κοινό και όπως αλλάζουν οι συνθήκες γύρω του. Ένα τραγούδι δεν είναι μια παγιωμένη κατάσταση. Ακόμα και μια ηχογράφηση, του 1930, όταν την ακούμε σήμερα, δεν είναι ίδια γιατί δεν είμαστε εμείς ίδιοι, δεν είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο ηχεί το υλικό ίδιο. Η μουσική δεν υπάρχει από μόνη της – υπάρχει πάντα σε σχέση με τον ακροατή και με τις συνθήκες που επικρατούν γύρω του.

 Φωτό: Γιάννης Μαργετουσάκης
Φωτό: Γιάννης Μαργετουσάκης

Πως βλέπεις και πως κρίνεις τις σημερινές συνθήκες;

 

Είμαστε σε μια μπερδεμένη κατάσταση. Ζούμε τα αποτελέσματα αυτού του μπερδέματος πια, δεν φαίνεται να ξεμπερδεύει το κουβάρι εύκολα. Θα χρειαστεί μια άλλου είδους ταπείνωση ίσως – όχι οικονομικής φύσεως, μια άλλη πιο υπαρξιακή… Ακόμα ασχολούμαστε με το γιατί αποτύχαμε οικονομικά και μένουμε κυρίως εκει. Το οικονομικό δεν είναι το μόνο σημαντικό και προφανώς πηγάζει από άλλα προβλήματα και χαρακτηριστικά δικά μας, που τα αφήνουμε ακόμα άλυτα!

 

Έχουμε αποτύχει και πολιτισμικά;

 

Μπορεί να έχουμε αποτύχει και ανθρώπινα – σαν κοινωνία. Έχουμε αποτύχει πολεοδομικά, οπωσδήποτε, δεκαετίες τώρα! Έχουμε αποτύχει αισθητικά! Έχουμε αποτύχει μορφωτικά! Σε ότι αφορά την παιδεία. Πέρα από το οικονομικό το οποίο είναι πολύ βασικό γιατί όταν δεν έχεις ψωμί στο τραπέζι δεν μπορείς να ασχολείσαι με τα υπόλοιπα εύκολα.

 

Έχουν υπάρξει εποχές που δεν υπήρχε αρκετό ψωμί στο τραπέζι και πληθυσμοί ολόκληροι που ζούσαν – ή ζουν – στη φτώχεια…

 

Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά – δεν τους πήραν την μπουκιά από το στόμα! Σε χώρες φτωχές που ταξιδεύω και σε περιοχές φτωχές που πάω, σε άλλες ηπείρους, βλέπεις τεράστια φτώχεια αλλά βλέπεις τους ανθρώπους να είναι – δεν θα πω “σύμφωνοι με τη φτώχεια τους” γιατί δεν μπορείς ποτέ να συμφωνήσεις με την φτώχεια – αλλά να ξέρουν να τη διαχειριστούν. Και να ξέρουν ότι πρέπει να ασχοληθούν με το πως θα φάνε και σήμερα αλλά ταυτόχρονα και πως υπάρχουν και άλλες ανάγκες. Και εκεί είναι που βλέπεις πραγματικά τον πολιτισμό τους να λειτουργεί. Και δεν μιλάω για τον επίσημο, τον επιχορηγούμενο – μιλάω για τον καθημερινό πολιτισμό των ανθρώπων, όπου βλέπεις και την κοινωνία τους να λειτουργεί. Κυρίως στη Λατινική Αμερική και την Ασία.

Στην Ευρώπη κάτι τέτοιο λειτουργεί;

 

Στην Ευρώπη λειτουργεί η υψηλή τέχνη και σίγουρα γίνονται πολλά σπουδαία πράγματα. Έχει χάσει όμως εδώ και δεκαετίες τις λαϊκές μουσικές της. Η Ελλάδα – και τα Βαλκάνια γενικότερα – αποτελούν μιαν εξαίρεση μέσα στην Ευρώπη. Ειδικά η Κεντρική Ευρώπη έχει χάσει τελείως τη σύνδεση με την παράδοση και δημιουργεί μια νέα κατάσταση όπου όμως αφορά όλο και λιγότερους – και δεν εννοώ πόσοι αγοράζουν δίσκους ή πηγαίνουν στις συναυλίες ή στις εκθέσεις (γιατί δεν είναι μόνο η μουσική). Εννοώ ότι αφορά λιγότερο προσωπικά τον κάθε άνθρωπο. Δηλαδή η πληρότητα που αισθάνεται κανείς πηγαίνοντας σε κάποιο τέτοιο γεγονός, όσο εντυπωσιακό κι αν είναι, είναι μικρότερη από ότι ήταν παλαιότερα. Δηλαδή, η ικανοποίηση που παίρνεις βαθειά μέσα σου σαν θεατής ή σαν ακροατής, σαν άνθρωπος που σκέφτεται, σαν άνθρωπος που συμμετέχεις ουσιαστικά σ’ ένα δρώμενο, γιατί είναι και αυτό μια άλλη παρεξήγηση της Ευρώπης: ότι δηλαδή ο ακροατής και ο θεατής είναι ένα αμέτοχο πλάσμα που απλά πληρώνει ένα εισιτήριο και καταλαμβάνει ένα κάθισμα. Δεν είναι όμως έτσι…

 

Είναι κάτι που έχω ζήσει πολλές φορές σε συναυλίες, κυρίως στην Κεντρική Ευρώπη και μιλάω περισσότερο για σύγχρονη jazz. Πηγαίνεις σε μια συναυλία, υπό την επήρεια της ομορφιάς ενός δίσκου που έχεις ακούσει, αλλά…

 

Μπορεί και να νοιώθεις εντυπωσιασμένος αλλά συχνά μένεις άδειος! Όμως, να πούμε πως δεν ενδιαφέρει το εντυπωσιακό στην τέχνη! Αν θες κάτι εντυπωσιακό, να εντυπωσιαστείς, πας στο τσίρκο! Δεν το λέω υποτιμητικά – είναι πραγματικά εντυπωσιακό! Δες έναν ταχυδακτυλουργό, έναν ζογκλέρ, έναν ακροβάτη! Ο στόχος της τέχνης δεν είναι να σε εντυπωσιάσει – είναι να σε αγγίξει μέχρι τα κατάβαθά σου και να σου φυτέψει έναν σπόρο μέσα. Αυτό είναι κάτι που το χάνουμε σιγά-σιγά…

Ποιές είναι οι μουσικές που σε έχουν διαμορφώσει σαν καλλιτέχνη;
Την κλασική μουσική άκουσα πρώτη. Δεν με συγκινούσε καθόλου η όπερα, όμως η συμφωνική μουσική, η μουσική δωματίου, η παλιά μουσική, η χορωδιακή μουσική νομίζω ότι με έθρεψαν, δημιούργησαν κόσμους μέσα μου. Ζούσα μέσα από αυτές. Και μαζί ήταν και η λογοτεχνία από τη μεγάλη βιβλιοθήκη του πατέρα μου που είναι ζωγράφος. Διάβαζα, άκουγα και πολλές φορές συνέδεεα κάποια μουσική με ένα βιβλίο. Μετά ήρθαν οι Έλληνες δημιουργοί και, αργότερα, η λαϊκή μουσική, που την αγάπησα ίσως περισσότερο απ’ όλες.

Από ξένη μουσική;
Την πρώτη μου κασέτα με ξένη μουσική μου την έστειλε ο θείος μου από την Αγγλία και ήταν μια κασέτα των Beatles. Ήμουν μικρός, δέκα χρόνων και την άκουγα διαβάζοντας παράλληλα τον «Ρομπέν των Δασών». Μέχρι σήμερα μου είναι αδύνατον να ακούσω κάποια από αυτά τα τραγούδια χωρίς να μου έρθουν στο μυαλό οι σκηνές από το δάσος του Σέργουντ!

 Φωτό: Γιάννης Μαργετουσάκης
Φωτό: Γιάννης Μαργετουσάκης

Το rock το αγάπησες;
Άκουσα rock αλλά πάντα έβλεπα, για να είμαι ειλικρινής, μια απατεωνιά στην παρουσίασή του, στον τρόπο δηλαδή που το πουλούσαν. Παρόλα αυτά, αυτό δεν με απέτρεψε από το να το αγαπήσω και να το θαυμάζω αλλά ποτέ δεν αφοσιώθηκα σε ένα ύφος. Δεν ήθελα ποτέ στη ζωή μου να ονομαστώ ροκάς, έντεχνος, λαϊκός… Για μένα η ενέργεια του rock δεν είναι υποχρεωτικά μια ενέργεια που βγαίνει μέσα από την ηλεκτρική κιθάρα και τα ντραμς και η δύναμη και ο χαρακτήρας – που ο χαρακτήρας είναι κάτι πολύ διαφορετικό από το ύφος, πολύ πιο βαθύ και πιο δύσκολο να το οριοθετήσεις και να το περιγράψεις με λόγια – ο χαρακτήρας του μπορεί να υπάρχει ακόμα και σε ένα μεσαιωνικό τραγούδι ή σε παραδοσιακά. Δεν κατάφερα ποτέ να ανήκω σε μια μουσική όπως δεν κατάφερα ποτέ να ανήκω σε κάποιο κόμμα ή σε κάποια ποδοσφαιρική ομάδα. Δεν μπόρεσα ποτέ να ανήκω σε μια τέτοια “συλλογικότητα” – αν είναι συλλογικότητες! Έτσι και σαν δημιουργός μετά, δεν μπόρεσα να ανήκω αμιγώς σε ένα είδος μουσικής…

Ένα από τα ταλέντα σου, που το έχω παρατηρήσει εδώ και χρόνια, είναι ότι στις συναυλίες σου μπορείς να ενσωματώνεις (μαζί με τους φίλους σου μουσικούς, εννοείται) ακόμα και αβάν γκαρντ στοιχεία που όμως ενσωματώνονται στο σύνολο και ακούγονται πολύ φιλικά

Κι η αβάν γκαρντ είναι μια σπουδαία υπόθεση αλλά δεν είναι για να μείνει πολύ κανείς εκεί. Είναι ένα προκεχωρημένο φυλάκιο και είναι αυτός που πάει πέρα από τη γραμμή του πυρός – αλλά πάει για να δει τι γίνεται. Για να γυρίσει πίσω να το πει και στους άλλους… Δεν πάει για να μείνει για πάντα εκεί. Φέρνει στοιχεία από αυτό που είναι μπροστά για να τα ενσωματώσει σ’ αυτό που ήδη υπάρχει – όχι για να κάνει με το ζόρι κάτι καινούριο. Στην εποχή μας όλοι παλεύουν να φτιάξουν κάτι καινούριο χωρίς να αφομοιωθεί σε κάτι που έχουν ήδη γραμμένο μέσα τους.

Δεν κατάφερα ποτέ να ανήκω σε μια μουσική όπως δεν κατάφερα ποτέ να ανήκω σε κάποιο κόμμα ή σε κάποια ποδοσφαιρική ομάδα. Δεν μπόρεσα ποτέ να ανήκω σε μια τέτοια “συλλογικότητα” – αν είναι συλλογικότητες! Έτσι και σαν δημιουργός, δεν μπόρεσα να ανήκω αμιγώς σε ένα είδος μουσικής…

Να επιστρέψουμε σ’ αυτό που θα ακούσουμε εδώ, για πρώτη φορά;
Όλη μου η ενέργεια είναι στραμμένη στις “Βάκχες”. Είναι έργο που ποτέ δεν το έχω ξαναπαίξει έτσι. Τους τελευταίους μήνες το έχω δουλέψει πάρα πολύ και πια αισθάνομαι ότι το ολοκλήρωσα σαν έργο. Αποσπασματικά το ξέρω πάρα πολύ καλά. Το ολοκληρωμένο του πρόσωπο θα το ακούσω όταν θα συνδεθεί πια η ορχήστρα με την χορωδία, όταν θα εισαχθούν τα θεατρικά στοιχεία και όταν καταφέρω να θυμηθώ, παίζοντας και τραγουδώντας, όλες τις λεπτομέρειές του που είναι πάρα πολλές!

Πες μας μερικές από τις λεπτομέρειες του έργου.
Οι “Βάκχες” είναι ένα περίεργο έργο – δηλαδή είναι ένα σπουδαίο έργο, μεγαλειώδες, είναι μια τελετουργία και είναι μια λειτουργία ολοκληρωμένη, φθάνει μέχρι την θυσία. Στις “Βάκχες” δίνουμε συνήθως σημασία μόνο στην ζωώδη πλευρά του Διονύσου, ξεχνώντας ότι είναι μία ιερή οντότητα, ένας θεός. Έχει πολλή αγιοσύνη μέσα του – μάλιστα μέσα στις “Βάκχες” ο Ευριπίδης έχει και ένα απόσπασμα που αναφέρεται στην αγιότητα – την οποία ονομάζει “των θεών η θεά”. Το βάρος πέφτει και μουσικά και σκηνοθετικά στο έξαλλο μέρος της υπόθεσης. Το στοίχημα που προσπάθησα να κερδίσω ήταν να παραμείνει όλο αυτό το βράσιμο και όλη αυτή η ενέργεια η ανεξέλεγκτη του Διονύσου ταυτόχρονα με το ιερό του πρόσωπο επί σκηνής. Ο Ευριπίδης το επιτυγχάνει εντάσσοντας ουσιαστικά δύο χορούς στο έργο. Και αυτή είναι μια πρωτοτυπία τρομερή: ο ένας χορός είναι αόρατος και ο άλλος βρίσκεται επί σκηνής. Ο επί σκηνης είναι οι ιέρειες που ακολουθούν τον Διόνυσο από την Ασία, οι οποίες “βακχεύουν” (εκστασιάζονται) αλλά βρίσκονται – οικειοθελώς – εκεί και σε μιαν ισορροπία γιατί ο θεός δεν έχει λόγους να τις εκδικείται. Αντίθετα, τις αγαπάει και αυτές έχουν βρει την ισορροπία τους μέσα από τη λατρεία του θεού. Οι άλλες, οι γυναίκες της Θήβας, είναι αυτές οι οποίες αρνήθηκαν τον θεό – δηλαδή ουσιαστικά αρνήθηκαν το ένστικτο, το ζώο που κρύβουμε μέσα μας οι άνθρωποι, την άλλη μας αυτή πλευρά, και ο θεός τις εκδικείται. Οπότε, αλλόφρονες πια αυτές, έχουν φύγει στα βουνά, δεν τις βλέπουμε ποτέ, αλλά είναι παρούσες συνέχεια. Η αίσθησή τους, η μυρωδιά τους, ο αχός των οργίων τους είναι συνέχεια εκεί – και διέπει όλο το έργο. Χωρίς να τις εμφανίζει ο Ευριπίδης…

Μουσικά πως το πετυχαίνεις αυτό;
Προσπάθησα να κρατήσω όλην αυτή την ενέργεια, την εκτός εαυτού, μέσα στο έργο με έναν τρόπο σα να υπάρχει εκεί και να έρχεται από μακριά αλλά ταυτόχρονα να είναι παρούσα μέσα σε κάθε νότα και κάθε λέξη και να συμπορεύεται με το ιερό πρόσωπο του Διονύσου που βρίσκεται στη σκηνή μαζί με τις ιέρειές του και ιερουργεί. Αυτό ήταν το μεγάλο στοίχημα: αυτές οι τρομερές ενέργειες που φαινομενικά είναι αντικρουόμενες να μπορέσουν να συνυπάρξουν, να συγκρουστούν, και να λειτουργήσουν μέσα στο ίδιο έργο. Μια άλλη δυσκολία είναι ότι οι “Βάκχες” προσφέρονται για πρωτοποριακές αναγνώσεις. Είναι ένα δυόμιση χιλιετιών Sex, Drugs & Rock ‘n’ Roll έργο και προσφέρεται για μια πιο πρωτοποριακή ανάγνωση. Συχνά αυτό δεν λειτουργεί – αλλά όποτε λειτουργεί είναι σπουδαίο. Από την άλλη, ξεχνάμε τη βάση όλης αυτής της υπόθεσης και πολλές φορές γινόμαστε πρωταγωνιστές εμείς οι ίδιοι οι μουσικοί ή οι σκηνοθέτες, γινόμαστε ανώτεροι του Ευριπίδη και του έργου και του Διονύσου του ίδιου. Διότι το κρυμμένο πρόσωπο του Διονύσου δεν μπορείς να το εμφανίσεις – δεν εμφανίζεται στα μάτια των μη μυημένων. Το λέει μέσα στο έργο και ο Ευριπίδης – είναι μόνο για τους μυημένους. Δεν το εμφανίζει στη σκηνή για τους θεατές όπως δεν εμφανίζει και τον εκτός εαυτού χορό να οργιάζει ο Ευριπίδης πάνω στη σκηνή. Ξέρεις ότι είναι εκεί όμως! Χάνουμε λίγο αυτή την ισορροπία την οποία προσπάθησα με κάποιο τρόπο να την κερδίσω.

Αφήνοντας στην άκρη τα τρεχάματα και τις αγωνίες των προβών, τι νοιώθεις γι αυτή τη δουλειά;
Θεωρώ ότι είμαι τρομερά ευλογημένος που μου δίνεται η ευκαιρία αυτή τη στιγμή να παρουσιάσω ένα τέτοιο έργο. Πόσοι γράφουν και δεν παρουσιάζουν – και σήμερα και παλαιότερα. Ο Σκαλκώτας δεν άκουσε έργο του να παίζεται!

Το ποδόσφαιρο έχει μαζεμένα τα χειρότερα μας στοιχεία: τα επιχειρηματικά συμφέροντα, τα κομματικά, τα κρατικά, ο υπόκοσμος όλος, η αστυνομία, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης…

Παρακολουθείς τους συναδέλφους σου; Πηγαίνεις στα live τους;
Όχι… Όχι πολύ. Προσπαθώ όμως να πηγαίνω στα δικά μου. Έχοντας οικογένεια και λείπωντας πολλές μέρες την εβδομάδα από το σπίτι, όταν έχω ένα βράδυ να κάτσω μέσα και να ζήσω τον ύπνο των παιδιών, προτιμώ να κάνω αυτό.

Βλέπεις ποδόσφαιρο; Έπαιζες;
Παρότι ήμουν και είμαι αθλητικός τύπος, δεν έπαιζα ποδόσφαιρο. Και μπορώ να πω ότι το μισώ. Ελπίζω να κλείσει το επαγγελματικό ποδόσφαιρο στην Ελλάδα – για μερικά χρόνια έστω… Όταν με ρωτούν ποια ομάδα υποστηρίζω, λέω ότι τις μισώ όλες εξίσου. Μόνο ζημιά κάνουν. Δεν προσφέρουν τίποτα. Το ποδόσφαιρο έχει μαζεμένα τα χειρότερα μας στοιχεία – είναι μέσα τα επιχειρηματικά συμφέροντα, τα κομματικά, τα κρατικά, ο υπόκοσμος, η αστυνομία, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης… Τους μαζεύεις, τους βάζεις όλους σε ένα δωμάτιο, τους κλειδώνεις και ησυχάζεις!