- Advertisement -

Άρθρο του ιστορικού-συγγραφέα Κωνσταντίνου Σχοινοχωρίτη, για τους μετανάστες στα πλαίσια της πολιτικής επικαιρότητας

Εδώ και είκοσι χρόνια περίπου η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε χώρα υποδοχής μεταναστών, με αποκορύφωμα το τελευταίο χρονικό διάστημα όπου Μουσουλμάνοι επί το πλείστον πρόσφυγες καταφθάνουν μαζικά και εγκαθίστανται είτε στα νησιά του Αιγαίου είτε μετακινούνται προς τα ενδότερα αναζητώντας ασφαλή περάσματα προς άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Όλο αυτό το σκηνικό αποτελεί το δεύτερο κύμα μετανάστευσης, το οποίο βιώνουμε τα τελευταία χρόνια κυρίως εξαιτίας της εφαρμογής των κανόνων της Νέας Τάξης Πραγμάτων και της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης με τους πολέμους που την συνοδεύουν (βλέπε την περίπτωση των Ιράκ, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Σομαλία, Λιβύη, Αίγυπτος, Συρία). Να σημειωθεί ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1990 είχε προηγηθεί
ένα πρώτο κύμα μετανάστευσης, το οποίο προκλήθηκε με την κατάρρευση και τη διάλυση των οικονομιών των ανατολικοευρωπαϊκών χωρών, της πρώην ΕΣΣΔ και των κομμουνιστικών καθεστώτων των βαλκανικών χώρων (Χότζα, Τίτο, Τσαουσέσκου).

Σήμερα, στην Ελλάδα υπάρχει μια ποικιλία μεταναστών από διάφορες χώρες. Υπάρχουν οικονομικοί μετανάστες που αποτελούν και την συντριπτική πλειοψηφία, οι οποίοι έχουν άδεια εργασίας – παραμονής. Παράλληλα, υπάρχει και μια μικρή κατηγορία, αυτή των πολιτικών προσφύγων στους οποίους έχει χορηγηθεί πολιτικό άσυλο. Υπάρχει όμως πλέον και ένας τεράστιος αριθμός από παράνομους μετανάστες, λαθρομετανάστες, ο αριθμός των οποίων αυξάνεται καθημερινά με γεωμετρική πρόοδο και αμφιβάλλω εάν
αυτός μπορεί να υπολογιστεί με ακρίβεια (άμεση καταγραφή).

Είναι γεγονός ότι η χώρα μας αντιμετωπίζει από το έτος 2010 τις συνέπειες της διεθνούς οικονομικής κρίσης, όπως είναι το τεράστιο επαχθές επονείδιστο και δυσβάσταχτο δημόσιο χρέος, τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα, η υψηλή ανεργία, το ασφαλιστικό – συνταξιοδοτικό, η έκρηξη της φτώχειας και της εξαθλίωσης, οι αυτοκτονίες κ.α. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις από το έτος 2010 που ξεκίνησε η κρίση στην Ελλάδα και έπειτα, είναι σταθερά προσανατολισμένες πρός τη κατεύθυνση της ένταξης και της ενσωμάτωσης των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία. Δεν σταματούν όμως εκεί.

Επιδιώκουν παράλληλα και την αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους, παρέχοντας σε κάθε ευκαιρία μια διάσταση ανθρωπιστικού χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, βλέπουμε ότι το ζήτημα των μεταναστών από ανθρωπιστικό που είναι, η Κυβέρνηση αλλά και συνολικά η Ευρώπη το έχουν μετατρέψει σε εθνικό.
Θα πρέπει να τονισθεί ότι οι πάσης φύσεως μετανάστες είναι άνθρωποι φτωχοί, ταλαιπωρημένοι και δυστυχισμένοι, οι οποίοι έφυγαν από τις πατρίδες τους πρός αναζήτηση ενός καλύτερου παρόντος αλλά και μέλλοντος. Δεν ήταν ή δεν είναι ακόμη και σήμερα λίγες οι φορές όπου οι άνθρωποι αυτοί έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης και αδικίας. Μπορεί να ήρθαν στην Ελλάδα για να δουλέψουν, να μαζέψουν χρήματα και κάποια στιγμή να επιστρέψουν στη χώρα τους, όμως δεν ήρθαν για να εποικίσουν την χώρα.
Η Ελλάδα δεν ήταν ποτέ μια έρημη ή αραιοκατοικημένη χώρα ούτε βεβαίως έχει τις άφθονες πλουτοπαραγωγικές πηγές και τους πόρους για τη συντήρηση ενός αυξανόμενου πληθυσμού. Τρανή απόδειξη είναι ότι 3.000.000 τουλάχιστον Έλληνες βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο όριο της φτώχειας ή έχουν πέσει κάτω από αυτό, χωρίς να μπορούν να εξασφαλίσουν τα αναγκαία πρός το ζήν, χωρίς να μπορούν να ζήσουν με αξιοπρέπεια.
Η Ελλάδα δεν είναι Η.Π.Α ούτε Αυστραλία ούτε όμως και θα γίνει ποτέ. Δηλαδή, χώρες που αφού εξοντώθηκαν οι ιθαγενείς πληθυσμοί τους, δημιουργήθηκαν στη συνέχεια από αλλεπάλληλα κύματα μεταναστών. Επιπλέον, ο πληθυσμός των Η.Π.Α και της Αυστραλίας είναι λαός και όχι έθνος. Αντίθετα, η πατρίδα μας, με εξαίρεση τη μουσουλμανική (και όχι τουρκική) μειονότητα της Δυτικής Θράκης, είναι ένα κράτος – έθνος (εθνικό κράτος και όχι πολυεθνικό). Μία εθνότητα, μία γλώσσα, μία θρησκεία, ένας πολιτισμός.
Επομένως, δεν μπορούν να εφαρμοστούν στη χώρα μας μεταναστευτικές πολιτικές τύπου Η.Π.Α και Αυστραλίας, διότι εάν ποτέ εφαρμοστούν τότε η χώρα μας δυστυχώς θα μετατραπεί σε μια πολυφυλετική, πολυγλωσσική, πολυθρησκευτική και πολυπολιτισμική χώρα. Θα χάσει την εθνική της ταυτότητα.
Όσον αφορά το σκεπτικό ή την πολιτική βούληση των εκάστοτε κυβερνώντων περί διαδικασιών αφομοίωσης – ένταξης – ενσωμάτωσης των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία, αυτό είναι το λιγότερο ουτοπικό και επικίνδυνα παραπλανητικό. Και αυτό γιατί όταν υπάρχει μια εθνική, θρησκευτική και πολιτιστική ταυτότητα σε ατομικό ή συλλογικό – ομαδικό επίπεδο, τότε η διαδικασία της αφομοίωσης, της ένταξης ή της ενσωμάτωσης είναι όνειρο θερινής νυκτός. Και το όνειρο αυτό μπορεί να γίνει και εφιάλτης, όταν στα σύνορα μιας φιλόξενης χώρας όπως είναι η Ελλάδα, υπάρχει και μια μητέρα – πατρίδα.
Να μην μας διαφεύγει όμως ότι το μεταναστευτικό ζήτημα έχει για την Ελλάδα και σημαντικές εθνικές προεκτάσεις, πράγμα που ίσως να μην ισχύει για άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Είμαστε μια χώρα με σημαντικά εθνικά προβλήματα, τα οποία πηγάζουν από την Τουρκία, όπως είναι η παράνομη κατοχή της Κύπρου, το περίφημο casus belli εάν επιχειρήσουμε την επέκταση των εθνικών χωρικών μας υδάτων απο τα έξι ναυτικά μίλια στα δώδεκα,η μή αναγνώριση της ελληνικής κυριαρχίας επί των νήσων του Αιγαίου (κατοικημένων και μη), η αναγνώριση της μουσουλμανικής μειονότητας της Δυτ. Θράκης σε τουρκική κ.α.
Άρα, εκείνο που πρέπει να κάνει η Ελληνική πολιτεία είναι να καθορίσει πόσους μετανάστες χρειάζεται η οικονομία (εάν χρειάζεται) και αντέχει η αγορά εργασίας (ποσόστωση) πριν είναι πολύ αργά. Έπειτα να ενισχυθεί η φύλαξη των συνόρων μας και πάνω απο όλα να ενεργοποιηθεί η θέση της χώρας μας στους διεθνείς οργανισμούς που συμμετέχει όπως ΟΗΕ, Ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, αναδεικνύοντας το θέμα σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο και διεκδικώντας βοήθειες και λύσεις.

Άλλωστε είναι γνωστή, εδώ και χρόνια, η προσπάθεια διάλυσης των εθνικών κρατών και η μετατροπή τους σε πολυφυλετικές – πολυπολιτισμικές κοινωνίες. Στόχος είναι η μετατροπή των εθνών –κρατών σε μια πανσπερμία φυλών, θρησκειών, πολιτισμών χωρίς εθνική μνήμη, συνείδηση και στόχους.

Κατά την ταπεινή και προσωπική μου άποψη, είναι τεράστιο στρατηγικό λάθος η Ελληνική Κυβέρνηση να υποστηρίζει πολιτικές ενσωμάτωσης των μεταναστών, όπως π.χ η δημιουργία κέντρων φιλοξενίας ανοιχτής ή κλειστής δομής, οι οποίες εκπορεύονται από τη θέληση και τη φιλοδοξία των διεθνών ελίτ της παγκοσμιοποίησης να ικανοποιήσουν τις γεωπολιτικές – οικονομικές και ηγεμονικές τους βλέψεις και ανάγκες. Εκτιμώ ότι η όποια ενσωμάτωση των μεταναστών γίνει, θα αποσκοπεί στη χειραγώγηση της κοινωνίας που τους υποδέχεται, με απώτερο και τελικό στόχο την αποσταθεροποίηση και τη διάλυσή της.

Δεν λησμονώ ότι οι ίδιοι πολιτικοί που υποστηρίζουν σήμερα την παραμονή και την ενσωμάτωση των μεταναστών με την παροχή στρατοπέδων, κτιρίων, σταδίων και αύριο ίσως τα κατεσχεμένα από τις Τράπεζες σπίτια των Ελλήνων, είναι οι ίδιοι πολιτικοί που υποστηρίζουν τη χορήγηση της ελληνικής ιθαγένειας στους μετανάστες, οι ίδιοι που
υποστήριξαν το Σχέδιο Ανάν, οι ίδιοι που υποστήριξαν το βιβλίο Ιστορίας της κας Ρεπούση που ήταν μια προσπάθεια αποδόμησης της ελληνικής ιστορίας, οι ίδιοι που ναύλωναν πλοία από την Κρήτη και μετέφεραν μετανάστες στην Αθήνα, οι ίδιοι που υποστήριξαν και υποστηρίζουν την κατάπτυστη Συμφωνία των Πρεσπών κ.α.

Δεν μπορώ όμως να λησμονήσω και κάποιες «περίεργες» δηλώσεις εκτός ελληνικών συνόρων που δείχνουν το παιχνίδι που έχει στηθεί τα τελευταία χρόνια γύρω από τους μετανάστες, αποκαλύπτοντας τους πραγματικούς στόχους, τα κίνητρα και τις προθέσεις. Τον Σεπτέμβριο του 2008 η ανεξάρτητη εμπειρογνώμονας του ΟΗΕ Γκέι Μακντάγκαλ, αφού περιόδευσε στη δυτ. Θράκη και τη φλώρινα, είχε δηλώσει ότι «…οι μειονότητες είναι ιδρυτικές ομάδες της ελληνικής κοινωνίας, όχι ένα ξένο στοιχείο…». Δύο χρόνια νωρίτερα, το 2006, ο Έλληνας καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Harvard Γ. Σταύρου δήλωνε ότι «…εμείς εδώ στην Ουάσιγκτον, αντιλαμβανόμαστε τον χώρο των Βαλκανίων ως έναν χώρο πρόσφορο για τη δημιουργία μουσουλμανικών κρατιδίων…».

Και ενώ αυτά ισχύουν σήμερα για την Ελλάδα ή ενδεχομένως θα ισχύσουν στην Ελλάδα του αύριο, κλείνω τον συλλογισμό μου εξετάζοντας αυτά που ίσχυαν και τηρούνταν νομοθετικά στην Ελλάδα των αρχαίων χρόνων. Στην αρχαία Σπάρτη, η Λυκούργειος νομοθεσία εφάρμοζε την «ξενηλασία», η οποία υποδήλωνε την απαγόρευση αφίξεων ή την εκδίωξη των ξένων από έναν τόπο. Η παραμονή των ξένων στη Σπάρτη εγκυμονούσε τον κίνδυνο της αλλοιώσεως των πολιτικών και κοινωνικών ηθών. Ο Αθηναίος φιλόσοφος Πλάτων στο έργο του «Πρωταγόρας» έδωσε μάλιστα και παιδαγωγική ερμηνεία στο θεσμό αυτό της ξενηλασίας.

Από την άλλη, στην αρχαία Αθήνα υπήρχαν οι μέτοικοι (ή έποικοι ή σύνοικοι ή πάροικοι), οι οποίοι ήταν οι ξένοι ελληνικής ή βαρβαρικής καταγωγής που μετοίκησαν από την πατρίδα τους σε κάποια άλλη ελληνική πόλη για διάφορους λόγους. Γύρω στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ, όταν η αύξηση των μετοίκων έφθασε σε τέτοιο βαθμό ώστε να απειλείται πλέον η γνησιότητα των Αθηναίων πολιτών και σχεδόν να αμφισβητείται, ο Περικλής με το Νόμο του 451/450 π.Χ εμπόδισε τη περαιτέρω διείσδυση των μετοίκων.
Γενικά, στην Ελλάδα των αρχαίων χρόνων απαγόρευαν την παραμονή των ξένων ή ακόμα και την άφιξή τους, διότι θεωρούσαν ότι αυτοί θα αποτελούσαν αιτία ερίδων και εμφυλίων πολέμων. Έχοντας στα υπόψιν μας όλα αυτά, γίνεται κατανοητό ότι το ζήτημα
των μεταναστών δεν είναι σε καμία περίπτωση απλό. Απαιτεί πολιτική βούληση και δραστικά μέτρα πριν γίνουμε ξένοι στην ίδια μας την χώρα. Πριν μετατραπούμε οριστικά από χώρα σε αποθήκη απελπισμένων ψυχών.
Διότι ενός κακού μύρια έπονται.

Κωνσταντίνος Σ. Σχοινοχωρίτης
* Ιστορικός – συγγραφέας