- Διαφήμιση -

ΤΟΥ ΛΑΜΠΗ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗ (ΜΕΡΟΣ Β΄)

Ο Κριεζής βρισκόταν στην Κόρινθο περιμένοντας τους άντρες του και τον Παναγιώτη Κρεβατά, για να πάνε μαζί στα Μεγάλα Δερβένια. Ανέβηκε στο Κάστρο μόνο με ένα στρατιώτη, από τους εικοσιπέντε συνοδούς του, για να βοηθήσει την υπηρεσία του Πυροβολικού. Από τους 150 φρουρούς του Ακροκορίνθου οι περισσότεροι ήσαν Κορίνθιοι με Φρούραρχο τον ’Ιάκωβο Θεοδωρίδη, καταγωγής Μονεμβασίτη, Υδραίο κάτοικο, κληρικό και γραμματοδιδάσκαλο. Ήταν έμπιστος του Παπαφλέσσα και στενός συνεργάτης του Καπετάν  Αντώνη Οικονόμου .Από έπαρση αυτοονομαζόταν «Αχιλλέας».

-Ανακαλύψτε το νέο e-shop του Βιβλιοπωλείου ΚΟΥΚΙΔΑ-

Το απόγευμα στις 6 του Ιούλη, ο  Κριεζής από το κανονιοστάσιο «Σταύραιζα» είδε να ερημώνεται το φρούριο και έσπευσε να συναντήσει τον Φρούραρχο να μάθει τί συμβαίνει. Εκείνος του εξήγησε ότι οι άντρες της φρουράς αξίωσαν να φύγουν και δεν μπορούσε να τους συγκρατήσει. Είδε όμως στο πρόσωπό του ζωγραφισμένο τον φόβο. Ο Κριεζής του πρότεινε τότε να θανατώσει τον Κιαμήλ – μπέη, που  θα ήταν επικίνδυνος αντίπαλος σαν οδηγός του Δράμαλη και με τους θησαυρούς του θα βοηθούσε τον Σερασκέρη να καταστρέψει τους Έλληνες. Ο φρούραρχος συμφώνησε. Ο Κορίνθιος Μπενάκης, που ήταν στη συνδιάλεξη, ανέλαβε αυτός να σκοτώσει τον Μπέη. Ο ίδιος ο Κριεζής πρότεινε να ανατιναχτεί η πυριτιδαποθήκη και να καρφωθούν τα πυροβόλα του φρουρίου. Ο φρούραρχος δεν έφερε αντίρρηση. Με προτροπή του Κριεζή ο Υδραίος γέροντας αρχιπυροβολητής Μπούτας, συνέδεσε πυροδοτικό φυτίλι στην πυριτιδαποθήκη αρκετά μακρύ, σέ τρόπο που η ανατίναξη να γινόταν σέ 5—6 ώρες ύστερα από την εγκατάλειψη του κάστρου. Αφού συνέδεσαν την «θρυαλλίδα» ο Κριεζής ξαναμίλησε με τον φρούραρχο, για την άμεση θανάτωση του Κιαμήλ Μπέη. Αυτή τη φορά ο Μπενάκης δήλωσε πώς θα τον σκότωνε αυτή τη στιγμή. Ο Κριεζής τον παρακολούθησε ως το σπίτι, που κρατιόταν ο Κιαμήλ – μπέης.

Μαζί με τον Δημ. Μπενάκη, άλλοτε υπηρέτη του Κιαμήλ – μπέη, ακολουθούσαν ο υποφρούραρχος Διαμαντής Λαλάκας και ο Ηγούμενος της Μονής Φανερωμένης Παρθένιος Βλάχος.

Με το άνοιγμα της πόρτας φάνηκε ο Κιαμήλ όρθιος να ατενίζει προς τους επισκέπτες του. Ο Μπενάκης χωρίς να ειπεί λέξη, τράβηξε την πιστόλα του και πυροβόλησε τον Μπέη. Όταν τον είδε να πέφτει αιμόφυρτος, του έδωσε και την χαριστική βολή, πυροβολώντας τον από τίς πλάτες. Κατ’ άλλη παράδοση ο Ηγούμενος έτρεξε να εμποδίσει την εκτέλεση του Κιαμήλ – μπέη, αλλά ο Μπενάκης και ο Λαλάκας δεν τον άκουσαν.

Τότε ο Κριεζής έφυγε από το Κάστρο, αφού κομπάζοντας άκουγε τον φρούραρχο να του λέει πως θα φονεύσει και τίς Τουρκάλες της οικογένειας και της συνοδείας του Μπέη. Κατεβαίνοντας τον κατήφορο άκουσε τις γυναίκες να θρηνούν κι’ επίστεψε πως ο φρούραρχος ήταν έτοιμος να τις φονεύσει. Αλλά όπως διεπίστωσε αργότερα  ο Κριεζής  ο «Αχιλλέας» διέταξε να μη πειραχτούν οι γυναίκες και έφυγε τελευταίος από το Φρούριο.

Την επομένη ο Δράμαλης, ειδοποιημένος από μια θεραπαινίδα της Κιαμήλμπεγίνας, ότι το Φρούριο είχε εγκαταλειφτεί από τη φρουρά του, αφού διαπίστωσε με έκπληξή του την αλήθεια, ανέβηκε με το Επιτελείο του στον Ακροκόρινθο. Τον υποδέχτηκαν με πολυτελέστατα πέπλα, ανάμεσα σε πλούσια στολισμένες Τουρκάλες θεραπαινίδες, η χήρα και η μητέρα του Κιαμήλ, που του υπέδειξαν και ένα πηγάδι, με κρυμμένους θησαυρούς του Κιαμήλ, 40.000 πουγγιά ,γεμάτα χρυσά νομίσματα, που ή αξία τους υπολογιζόταν σε 20.000.000 φράγκα κατά τον Πουκεβίλ, ή ισάριθμα γρόσια κατά τον Φραντζή.

΄Επειτα για να τιμήσει την χήρα του Κιαμήλ μπέη, πανέμορφη Γκιούλ Χανούμ, την παντρέφτηκε, απάνω στον Ακροκόρινθο, μέσα σε Ανατολίτικη μεγαλοπρέπεια. Και για να ικανοποιήσει περισσότερο την νύφη, αντί για άλλο «Μνημείο» στη μνήμη του

Κιαμήλ – μπέη, διέταξε ο Σερασκέρης κι’ έκτισαν ζωντανούς στα τείχη του Κάστρου τους καλλίτερους ραγιάδες που έσερνε μαζί του αιχμαλώτους από τη Ρούμελη «όπως καλλωπίσει τον Ακροκόρινθον, δια φρικαλέων αγαλμάτων…». «Και σαν να μην έφτανε αυτό του το ανοσιούργημα, εκρέμασε ο ίδιος κατωκέφαλα δυό σεβάσμιους παπάδες» .

Η λαϊκή Μούσα της Κορινθίας, αφιέρωσε στην αιχμαλωσία και στον θάνατο του Κιαμήλ – μπέη το παρακάτω τραγούδι της:

«Πήραν τα κάστρα πήραν τα, πήραν και τα ντερβένια,

Πήραν και την Τριπολιτσά, την ξακουσμένην χώραν”

Κλαίουν στούς δρόμους Τούρκισσες, κλαίουν  Έμιροπούλες,

Κλαίει και μια χανούμισσα τον δόλιο τον Κιαμήλη”

«”Αχ πούσαι και δεν φαίνεσαι καμαρωμέν’ άφέντη;

Πούσουν κολόνα στο Μωριά και φλάμπουρο στην Κόρθο.

Ήσουν και στην Τριπολιτσά θεμελιωμένος πύργος.

Στην Κόρθο πλιά δεν φαίνεσαι, ουδέ μες στα σαράγια.

΄Ενας παπάς σου τα ’κάψε τα έρμα τα παλάτια.

Κλαίουν τ’ άχούρια γι’ άλογα και τα τζαμιά γι’ άγάδες”

Κλαίει και η Κιαμήλαινα τον δόλιο της τον άντρα.

Σκλάβος ραγιάδων έπεσε και ζει ραγιάς ραγιάδων…».

Με την αναίμακτη κατάληψη της Κορίνθου και του θρυλικού της Κάστρου, του «’Άστρου της Ανατολής» όπως το καλούσαν οι Τούρκοι, ο Δράμαλης πίστεψε πως η εκστρατεία του οδηγιόταν ραγδαία στο νικηφόρο τέρμα της. Έσπευσε γι’ αυτό να στείλει στο Σουλτάνο το χαρμόσυνο άγγελμα της νίκης, και της καταστολής της ανταρσίας των ραγιάδων. Αμέσως διετάχτηκαν γιορτές και πανηγύρια στην Κωνσταντινούπολη και μέσα σε επίσημη τελετή που τίμησαν ο Σουλτάνος και οι ξένοι πρέσβεις, έγινε πανηγυρική «Δοξολογία» και ευχαριστήριοι δεήσεις αναπέμφθηκαν στον Αλλάχ, για «την συντριβή των Ελλήνων!».

συνεχίζεται