- Διαφήμιση -

Ιωάννη Κ. Μαζαράκη – Αινιάν

Όπως είναι γνωστό τον Ιανουάριο του 1822 συνήλθαν στην Επίδαυρο οι “παραστάτες του Έθνους”, όπως κλήθηκαν οι αντιπρόσωποι των διαφόρων ελληνικών τμημάτων και στο όνομα της Αγίας και Αδιαιρέτου Τριάδος κήρυξαν “την πολιτικήν ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν του Ελληνικού Έθνους ενώπιον θεού και Ανθρώπων”.

-Ανακαλύψτε το νέο e-shop του Βιβλιοπωλείου ΚΟΥΚΙΔΑ-

Στο συνταχθέν πρώτο “Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος”  που ψήφισαν, ορίζονται τα χρώματα της ελληνικής σημαίας (άρθρα ρδ’ και ρε’).

“ρδ’. Τα χρώματα του εθνικού σημείου και των σημαιών της θαλάσσης και ξηράς διαιρούνται στα εξής: κυανούν και λευκόν.

ρε’.  Το Εκτελεστικόν Σώμα θέλει προσδιορίσει τον σχηματισμόν των σημαιών, και τον εθνικού σημείου.”

Σύμφωνα με τα άρθρα αυτά του Οργανικού Νόμου της Επιδαύρου, ο Πρόεδρος του Εκτελεστικού Αλεξ. Μαυροκορδάτος, εξέδωσε στις 15 Μαρτίου 1822, στην Κόρινθο η οποία την εποχή εκείνη είχε ορισθεί ως προσωρινή πρωτεύουσας της Ελλάδας, την υπ’ αρ. 540 διακήρυξιν της “Προσωρινής Διοικήσεως της Ελλάδος” και καθόρισε τον τύπο της σημαίας της ξηράς και της θαλάσσης.

Εκτός από το ψήφισμα αυτό και το ρδ’ άρθρο του Οργανικού Νόμου της Επιδαύρου, καμία άλλη ένδειξη ή έγγραφο συμπληρωματικό δεν έχει βρεθεί για τη σημαία, ώστε να αιτιολογήσουμε βάσιμα την προτίμηση των χρωμάτων, του κυανού και του λευκού και το είδος και το σχήμα των σημαιών της ξηράς και της θάλασσας. Ότι ο σταυρός ήταν το κύριο γνώρισμα της εθνικής σημαίας, όπως καθορίστηκε, εύκολα μπορεί να εξηγηθεί, αλλά για τις παράλληλες εναλλασσόμενες κυανές και λευκές γραμμές μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν.

Υπάρχουν πολλές και διάφορες εκδοχές: ότι τα χρώματα κυανούν και λευκό συμβολίζουν τον ουρανό και τον αφρό των κυμάτων της θάλασσας από την οποία περιβάλλεται η Ελλάς. Ότι το λευκό συμβολίζει την αγνότητα της ελληνικής επιχειρήσεως και το κυανούν την ουράνια δύναμη. Άλλες εκδοχές είναι ότι το λευκό και το κυανό χρησιμοποιήθηκαν κατά την επανάσταση για να δηλώσουν τη δικαιοσύνη και την πίστη το κυανό και την ηθική καθαρότητα και αγνότητα του σκοπού το λευκό. Ακόμα ότι τα χρώματα κυανό και λευκό δεν είναι τίποτα άλλο από το συνδυασμό της βράκας του ναυτικού και της φουστανέλλας. Ερμηνεία για τη χρήση των εννέα παράλληλων γραμμών δεν μπορεί να δοθεί, μόνον ότι ο αριθμός εννέα εθεωρείτο ανέκαθεν ιερός και ότι οι παράλληλες κυανές και λευκές γραμμές συμβολίζουν τη θάλασσα με τους κυματισμούς. (…)

Τα χρώματα της εθνικής σημαίας επανελήφθησαν και στο Νόμο της Επιδαύρου από τη Β’ Εθνική Συνέλευση στο Άστρος το 1823.

ηγ’. Τα χρώματα του εθνικού σημείου και των σημαιών της Θαλάσσης και της ξηράς είναι το κνανούν και το λευκόν.

ηδ’. Ο σχηματισμός των σημαιών και του εθνικού σημείου θέλει είσθαι κατά την περί τούτου προεκδοθείσαν Διαταγήν της Διοικήσεως, (εννοεί τη διακήρυξη της Κορίνθου της 15 Μαρτίου 1822).

Προσθέτει όμως ότι: “εκτός των σημαιών τούτων άλλας να μη μεταχειρίζονται οι Έλληνες, τόσον εις την γην όσον και εις την θάλασσαν”.

Ετίθετο λοιπόν τέρμα στη χρήση άλλων σημαιών πλην της εθνικής, της κυανόλευκης με το σταυρό. Λογικά θα έπρεπε να θεωρήσουμε ότι από τότε έλειψε η πολυμορφία των σημαιών. Όμως και πάλι αργότερα, το 1827, στο “Πολιτικό Σύνταγμα της Ελλάδος”, της Γ’ Εθνικής Συνελεύσεως στην Τροιζήνα, στο άρθρο 149 επαναλαμβάνονται τα ίδια.

“Τα χρώματα του εθνικού σημείου και των σημαιών της θαλάσσης και της ξηράς είναι το κυανούν και το λευκόν. Ο σχηματισμός των εθνικών σημαιών και του εθνικού σημείου θα είναι κατά την προεκδοθείσαν διαταγήν της Κυβερνήσεως και εκτός των σημαιών τούτων άλλας να μη μεταχειρίζονται οι Έλληνες, μήτε εις την γην, μήτε εις την θάλασσαν”.

Είναι λοιπόν δυνατόν να υποθέσει κανείς ότι και τότε ακόμα υπήρχαν κάποια κατάλοιπα των σημαιών που έφεραν τα διάφορα σώματα και οι διάφοροι αρχηγοί (φλάμπουρα) στις διάφορες περιοχές.

Με θέσπισμα της 23ης Απριλίου 1822 συγκροτήθηκε στην Κόρινθο το Πρώτο Πεζικόν Σύνταγμα με δύο Τάγματα από πέντε λόχους με ομοιόμορφο οπλισμό και λόχο πυροβολικού υπό τη διοίκηση του Συνταγματάρχη Tarella και του Αντισυνταγματάρχη Gubernati .

Από τη Διοίκηση δόθηκαν στα Τάγματα δύο σημαίες -κυανόλευκες- οι οποίες πρέπει να θεωρηθούν από τις παλαιότερες ελληνικές σημαίες που κατασκευάστηκαν. Ο όρκος δόθηκε με επίσημη τελετή, κοντά στον Ακροκόρινθο, στις 12 Μαΐου, αφού αναγνώσθηκε ο οργανισμός του σώματος. Ο Αρχιεπίσκοπος ευλόγησε τις σημαίες οι οποίες παραδόθηκαν στα δυο σώματα. Σημαιοφόροι των δύο αυτών ταγμάτων του Τακτικού ήταν ο Δ. Μικέλης και ο Α. Αντωνίου από την Χειμάρα και οι δυο, που διέσωσαν και τις σημαίες από την καταστροφή του Πέτα (4 Ιουλίου 1822).

Τις ημέρες εκείνες έφθασαν και έως εκατόν είκοσι φιλέλληνες από διάφορα μέρη της Ευρώπης και σχημάτισαν ένα λόχο υπό τον Συνταγματάρχη Dania, οργανωμένο και οπλισμένο κατά τον ευρωπαϊκό τρόπο. Οι φιλέλληνες μαζί με τους Επτανησίους προσκολλήθηκαν στο Τακτικό.

Μόλις οργανώθηκε αυτό το Α’ Σύνταγμα με τα δυο τάγματα και τους φιλέλληνες κίνησε για τη Δυτική Ελλάδα στις 26 Μαΐου, και όλων αρχηγός ήταν ο Στρατηγός Normann με σημαιοφόρο τον Βέλγο Botte. Οι φιλέλληνες είχαν την δική τους σημαία.

Η μία από αυτές τις σημαίες σώζεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο (το κεντρικό τμήμα μόνο της σημαίας με την επιγραφή Α’ Σύνταγμα Πεζικόν). Η άλλη χάθηκε στη μάχη του Πέτα με σημαιοφόρο τον Γερμανό Teichman, που κρατούσε την σημαία κατερακωμένη μέχρι την τελευταία στιγμή και εμάχετο με αυτήν χρησιμοποιώντας την ως λόγχην, φονεύσας πολλούς εχθρούς έως ότου έπεσεν νεκρός.