- Διαφήμιση -

To Σωματείο Λόγου και Τέχνης “Αλκυωνίδες” ανακοίνωσε ότι ο συμπατριώτης μας ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΣΕΝΗΣ που ζει και εργάζεται στην Κόρινθο και έχει ήδη εκδώσει το πρώτο του βιβλίο “ΤΩΝ ΘΕΩΝ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ” (2016) και διακρίθηκε με το τιμητικό τίτλο της ΕΥΦΗΜΗΣ ΜΝΕΙΑΣ στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Νεανικού Διηγήματος του Σωματείου μας για το 2020.

Σύντομο βιογραφικό:
Ο Ευθύμης Σενής γεννήθηκε το 1985 στην Αθήνα και πέρασε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στις γειτονιές των Πετραλώνων. Από το 1993 μέχρι και σήμερα έχει ζήσει τα περισσότερα χρόνια του στην Κόρινθο, ενώ στο ενδιάμεσο επέστρεψε στην Αθήνα για σπουδές στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο. Μεγάλη του αγάπη τα ταξίδια· από την Κρήτη και τη Σαντορίνη ως την Κομοτηνή, και από την Κάρπαθο ως την Κέρκυρα, μεγαλώνει χαράζοντας στην ψυχή του το ελληνικό τοπίο. Η ανάγκη να γνωρίσει νέους κόσμους και διαφορετικές κουλτούρες, τον οδηγεί σε ταξίδια στη Σερβία, στη Γαλλία, στην Ισπανία, στην Αυστρία, στην Ουγγαρία και σε άλλες χώρες, όπου εμπλουτίζει τον εσωτερικό του κόσμο και τη φαντασία του. Το 2012 αποφασίζει να μεταναστεύσει στην Αγγλία, στο Κέιμπριτζ. Εκεί, πολύ σύντομα νοσταλγεί τον λαμπερό ήλιο και τη θάλασσα, τη θέρμη των Ελλήνων, και αρχίζει να γράφει τα πρώτα του άρθρα και διηγήματα. Το 2013 επιστρέφει στην Ελλάδα και έναν χρόνο αργότερα ξεκινά τη συγγραφή του βιβλίου «Των Θεών Η Επανάσταση», το οποίο ολοκληρώνει και εκδίδει το 2016.

-Ανακαλύψτε το νέο e-shop του Βιβλιοπωλείου ΚΟΥΚΙΔΑ-

Παρακάτω σας δίνουμε την ευκαιρία να διαβάσετε το διήγημα με το οποίο έλαβε μέρος στον Διαγωνισμό.

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΟ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙ 


Κάθε παράθυρο κρύβει μέσα του μια ιστορία. Πίσω από τα σκουριασμένα κάγκελα, το θολό απ΄ την αλμύρα τζάμι και την ασπροκέντητη κουρτίνα, ένα ξερακιανό κορμί με σουφρωμένα μάγουλα πάσχιζε να διορθώσει τον κόσμο. “Θάλασσα” με δύο σίγμα, “παιχνίδι” με άλφα γιώτα, “την αγαπώ” με ωμέγα. Αυτά τα παιδιά δεν λένε να μάθουν! Ξεφούσκωσε τα πνευμόνια του και πέταξε το στυλό πάνω στο τελευταίο γραπτό που διόρθωσε. Μεσαίος, δείκτης και αντίχειρας είχαν κολλήσει μεταξύ τους σαν να ήθελαν να σταυροκοπηθούν. Τέντωσε τα δάχτυλα του να ξεπιαστούν και βούλιαξε την πλάτη του στην πολυθρόνα. Το βλέμμα του έπεσε πάνω στον δικό του γραφικό χαρακτήρα, σ΄ ένα γράμμα που δεν κατάφερε να τελειώσει το χάραμα. “Αγαπημένη μου, είμαι ξένος εδώ. Οι άνθρωποι δε με δέχονται. Φταίει το πουκάμισο του δάσκαλου; Φταίνε τα γυαλιά μου; Κανείς εδώ δε φοράει γυαλιά. Η μήπως η γλώσσα μου ευθύνεται; Θα ήθελα να μάθω την γλώσσα τους, να καταλάβω το γέλιο τους, να καταλάβουν το κλάμα μου.

Ανασηκώθηκε, τσαλάκωσε το χαρτί στην χούφτα του και το πέταξε στον κάδο των αχρήστων. Αν ήταν χιόνι το χαρτί κι έλιωναν οι λέξεις ίσως μια μέρα ξεδιψούσε τη λαχτάρα του να επικοινωνήσει με αυτόν τον κόσμο. Μα δεν έγινε ούτε εκείνο το πρωί ένα τέτοιο θαύμα κι εξακολούθησε να τρέφεται ανόρεχτα από τη μοναξιά του.

Κάθε δρόμος είναι μια ελπίδα. Πως κάπου θα φτάσουμε. Πως θα προφτάσουμε πριν μπαρκάρουμε με το βαρκάκι του Χάρου να πνιγούμε στην θάλασσα της ζωής. Βγήκε στον πλακόστρωτο δρόμο και κατηφόρισε ως την παραλία. Κάθε Σαββάτο τάιζε το κορμί του ψάρι κι ήταν η ώρα που έβγαιναν οι ψαράδες με τα καΐκια τους από το πέλαγος.

– Μαστρο-Νικόλα περισσεύει τίποτα για τηγάνι;

– Μπακαλιαράκια σού χω, με των είκοσι το κιλό.

– Πως είκοσι μαστρο-Νικόλα; Δέκα μου τ΄ άφησες την προηγούμενη φορά.

– Δεν πήγε καλά η ψαριά δάσκαλε, είκοσι. Τα θέλεις;

– Δηλαδή πήγε δεν πήγε καλά η ψαριά, ίδιο το μεροκάματο.

– Δίκαιο είναι δάσκαλε, μη με σκας! Γίνου ψαράς να καταλάβεις.

Δεν είχε είκοσι. Ούτε και δέκα δεν είχε για να πάρει μισό κιλό. Άφησε την σανιδένια προβλήτα και τράβηξε κατά το μπακάλικο. Το στομάχι δεν γεμίζει με δίκιο κι άδικο, ούτε με υπολογισμούς. Καμιά φορά χορταίνει με στεναχώριες, χορταίνει και με αέρα από εκείνον που ανασαίνουν οι ερωτευμένοι, ποτέ όμως από δίκιο. Στράγγισε τις τσέπες του για ένα ζευγάρι αγγούρια, μια ντομάτα κι ένα κομμάτι παξιμάδι. Λάδι, ελιές και ρίγανη είχε στο ντουλάπι του, δόξα τον Θεό, του κρατούσαν ακόμη.

– Δε βγαίνουν δάσκαλε τα λεφτά.

– Πόσα είναι παραπάνω;

– Ένα δίφραγκο.

– Άσε τ΄ αλάτι.

Πήρε τη χάρτινη σακούλα με τα ψώνια και βγήκε έξω από το μπακάλικο, κοίταξε αριστερά δεξιά μήπως τον έβλεπε κάποιος κι άρχισε να τρώει ένα αγγούρι άπλυτο, με τα φλούδια και τα χώματα. Μασουλούσε λίγο και κατάπινε πολύ. Περπάτησε πίσω ως την παραλία κι έβγαλε το παξιμάδι να το μουσκέψει και να τ΄ αλατίσει. Ένα ψαράκι ήρθε δειλά και τσίμπησε ένα ψίχουλο, κι ύστερα άλλο ένα κι άλλο ένα κι ο δάσκαλος θυμόταν που ήταν παιδί και τάιζε τις πάπιες και τις κυνηγούσε να τις πιάσει ώσπου να αποκαεί το δέρμα του από τον ήλιο.

– Αμαρτία δάσκαλε!

Τρόμαξε ο γραμματιζούμενος, τι φοβερό πράγμα να σου φωνάζουν “αμαρτία” πίσω από την πλάτη σου, ζωντάνεψε ο Θεός και μας έκανε τσακωτούς! Δώσε μας Θεούλη μου μια αγκαλιά κι εμείς μια μέρα θα σου ξεπληρώσουμε το χρέος μας. Παρέλυσαν τα χέρια του, πνίγηκε το παξιμάδι, το έκλεψαν τα ψαράκια.

– Αμαρτία δάσκαλε, να σου περισσεύουν και να ταΐζεις τις μαρίδες, του είπε ο επιπληκτικά ο Κωστής με την κιθάρα του περασμένη στον ώμο. Από χθες δεν έβαλα μπουκιά στο στόμα μου κι εσύ… Δημόσιος υπάλληλος, που να καταλάβεις τι πάει να πει φτώχεια…

– Γιατί δεν πιάνεις μια δουλειά Κωνσταντίνε; Έξυπνος είσαι, νέος είσαι!

– Δε μ΄ αφήνει η μουσική δάσκαλε. Δουλειά; Ερωτεύτηκες ποτέ δάσκαλε; Που να σκεφτώ άλλη γυναίκα! Τι είναι θαρρείς η μουσική; Ντο ρε μι και σολ φα δίεση; Τη θέλει την καρδιά ελεύθερη, ζωντανή. Οι ζωντανοί τραγουδάνε, άκουσες ποτέ κανέναν πεθαμένο να τραγουδάει από το μνήμα του;

Δίκιο είχε κι αυτός. Πολύ θα ήθελε να του κάνει το τραπέζι, έστω μια ντομάτα λίγο αγγούρι και δυο λόγια φιλικά, αλλά φοβήθηκε πως δεν θα ήταν καλή παρέα για έναν μουσαφίρη. Του άφησε τη χαρτοσακούλα για να δειπνήσει με την αγαπημένη του και πήρε τον ανήφορο να βγει στο σπίτι του. Έβγαλε τα παπούτσια για να ανέβει τα σκαλιά, δυο νοίκια χρωστούσε, μη τον ακούσει η κυρά-Δέσποινα και τον παραλάβει με τη γκρίνια της. “Έχω άντρα άρρωστο, έχω παιδιά της παντρειάς και μάνα του θανατά, δώσε μου τα ενοίκια αλλιώς να φύγεις, το σωστό να λέγεται”. “Σώπα κύρα-Δέσποινα κι όλοι από ένα καημό έχουμε. Μη κλαίγεσαι, γρουσουζιά είναι λένε, δεν τα χάνεις τα λεφτά σου”. Έκλεισε την πόρτα πίσω του κι άφησε τα κλειδιά πάνω στο κομοδίνο με το ξέθωρο σεμεδάκι. Στον τοίχο κολλημένο το πρόγραμμα του σχολείου, το πρόγραμμα του φαγητού του, η λίστα με τα χρέη του. Τα χώριζε όλα, τα έκανε σκελετούς, τα έβαζε σε σειρά να ξέρει τι του γίνεται. Στο βάθος απέναντι ένας οβάλ ολοσκόνιστος καθρέφτης τον απόπαιρνε μέρα με τη μέρα: “Σκελετός έγινες κι εσύ καημένε”!

Έπιασε πάλι το στυλό, πήρε μια βαθειά ανάσα και πήρε να γράφει από την αρχή. “Αγαπημένη μου, πως είσαι; Πως είναι το παιδί; Σας σκέφτομαι. Μετράω τις ημέρες για να επιστρέψω. Μεθαύριο πληρωνόμαστε, θα σου στείλω χρήματα για τους γιατρούς μαζί με το γράμμα. Έφαγα το καθιερωμένο ψάρι μου σήμερα, πήγε καλά η ψαριά του Μαστρο-Νικόλα και μου έδωσε χάρισμα ένα κιλό μπακαλιαράκια, δίκαιο είναι είπε, που μαθαίνω είπε τα παιδιά γράμματα. Κι εκείνη τη φορά που σου είπα πως βοήθησα το μπακάλη να μαζέψει την πραμάτεια του στην καταιγίδα, θυμάσαι; Μου έδωσε σήμερα μια ντομάτα, δυο αγγούρια κι ένα παξιμάδι. Κι ένα αλάτι μού ΄δωσε. Πέρασε από το σπίτι και ο φίλος μου ο Κωστής να φάμε μαζί και μου εξηγούσε τι είναι μουσική. Το ήξερες αγάπη μου ότι η μουσική δεν είναι ντο ρε μι; Θέλει καρδιά να ξέρει να αγαπά, θέλει κι υπομονή”. Έβαλε το γράμμα στον φάκελο, τον έκλεισε ευλαβικά και πήρε να διορθώνει πάλι γραπτά: “Αλήθεια” το θει με έψιλον γιώτα, “άνθρωπος”, το θρω με ωμέγα.