- Διαφήμιση -

Οι «Βάτραχοι» του Αριστοφάνη: «ένας λυγμός του κωμικού» στην Επίδαυρο.

Κριτική για την παράσταση στην Επίδαυρο «Βάτραχοι» του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία της Αργυρώς Χιώτη και μετάφραση του Νίκου Παναγιωτόπουλου.
Η πρώτη φετινή παραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου ήταν μια συνάντηση με την ποίηση, το ρόλο της στις κοινωνίες, αλλά και το λεπτό χιούμορ, και η πρώτη παρουσία της σκηνοθέτιδας Αργυρώς Χιώτη στην Επίδαυρο. Ήταν οι «Βάτραχοι» του Αριστοφάνη, «ένας λυγμός του κωμικού», όπως σημειώνει στο πρόγραμμα (τη νέα σειρά εκδόσεων του Φεστιβάλ σε συνεργασία με τις εκδόσεις «Νεφέλη») ο μεταφραστής του έργου Νίκος Παναγιωτόπουλος. 

-Ανακαλύψτε το νέο e-shop του Βιβλιοπωλείου ΚΟΥΚΙΔΑ-

Ενας γυμνός μεταλλικός διάδρομος, που ισορροπεί ανάμεσα στο κωμικό και το πικρό, ανάμεσα στο επιχείρημα και στην υπονόμευσή του, ανάμεσα στην αισθητική και την εντύπωση, και γίνεται η διαδρομή προς τον Κάτω Κόσμο και τούμπαλιν, είναι αυτό που κυριαρχεί στην ορχήστρα (σκηνικά Εύα Μανιδάκη). Κι αυτό εδώ ξεκινούν ο Διόνυσος μεταμφιεσμένος σε Ηρακλή (Μαρία Κεχαγιόγλου) με τον δούλο του τον Ξανθία (Εύη Σαουλίδου), γιατί ο Διόνυσος είναι πολύ απογοητευμένος από την πνευματικότητα που επικρατεί στο δήμο και στο θέατρο. «…πάνε οι καλοί, κι οι ζωντανοί είναι σκάρτοι»· «παίρνουν τη χορηγία και κατουράν την τραγωδία». Οι μεγάλοι ποιητές έχουν πεθάνει, κι έτσι αποφασίζει να κατέβει στον Κάτω Κόσμο για να φέρει πίσω μαζί του τον καλύτερο ποιητή. «Πρέπει να επιστρέψουμε στο σημείο που βρισκόμασταν, όταν ακολουθήσαμε τον λάθος δρόμο». Κι από αυτό το σημείο αρχίζουν οι κωμικές καταστάσεις, ανάμεσα στον Διόνυσο και τον Ξανθία αρχικά, ανάμεσα στον Διόνυσο και τον Πλούτωνα στη συνέχεια, ανάμεσα στον Ευριπίδη και στον Αισχύλο στην πορεία της κωμωδίας, σε μια από τις πιο ωραίες σκηνές του αρχαίου δράματος. 

Η Αργυρώ Χιώτη, με την καθοριστική συμβολή της μετάφρασης του Νίκου Παναγιωτόπουλου (από τις φορές που αναδείχθηκε ατόφια η αριστοφανική ποίηση και ο στοχασμός και πέρασε ξεκάθαρα στο κοίλον) αλλά και της καταπραϋντικής μουσικής του  Jan Van Angelopoulos, που έδινε ρυθμό και ταυτοχρόνως συνομιλούσε με τη μουσική παράδοση χωρίς καμιά στιγμή να γίνει φολκλόρ, ακολούθησε μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση της κωμωδίας. Που είχε πολλή ποίηση χωρίς να πέφτει σε φιλολογισμούς, είχε χιούμορ με αισθητική και πικρό σαρκασμό, αναδεικνύοντας τον αναστοχασμό του Αριστοφάνη σε κάθε λέξη, σε κάθε κίνηση. Συνοδοιπόροι σημαντικοί, τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη που ήταν φωτεινά και εντυπωσιακά όπως το θέατρο. Ο χορός με την καθηλωτική του κίνηση, ήταν σαν μια παρέα θεατρικών τύπων και χαρακτήρων και μαζί μια συλλογή κοστουμιών απ’ όλη τη διαδρομή του θεάτρου. Του θεάτρου που χορεύει, τραγουδά, παίζει μουσική, ξέρει να κινείται. Που αποτύπωνε, αποκαλύπτοντάς τα, τα «κόλπα» του θεάτρου, με πρώτο πρώτο εκείνο το τραμπολίνο πίσω από τον μεταλλικό διάδρομο όπου έπεφταν και εξαφανίζονταν [μπροστά στα μάτια μας όμως], σαν σε χορό του Ζαλόγγου, όσοι έφευγαν από τη σκηνή. Ή στη σκηνή του debate Ευριπίδη-Αισχύλου, όπου ο Διόνυσος φεύγει από την ορχήστρα κι αρχίζει να κινείται στο κοίλον, ανάμεσα στου θεατές και να σχολιάζει από εκεί, και να παραπέμπει έτσι στον εύκολο σχολιασμό της μάζας μπροστά στις διαφορετικές απόψεις.

Η παράσταση της Αργυρώς Χιώτη είχε πολλή δουλειά, πολλή σκέψη και μοναδική συνέπεια σ’ αυτή τη σκέψη. Και είχε και μερικούς σπουδαίους ηθοποιούς που υπηρέτησαν επίσης αυτό το σκεπτικό, παρότι κάποιους από αυτούς δύσκολα θα τους φανταζόμασταν σε κωμωδία και δη του Αριστοφάνη, όπως τη Μαρία Κεχαγιόγλου, που δεν θυμάμαι να την έχω δει άλλη φορά σε κωμικό ρόλο. Ισως στην αρχή της παράστασης (πρεμιέρα) να φάνηκε το άγχος της, αλλά η τεχνική της, η εμπειρία της και το ταλέντο της γρήγορα το παραμέρισαν, κρατώντας ίσως το γνώριμο σκωπτικό ύφος της σε όλη την παράσταση. Η Εύη Σαουλίδου έχει αποδείξει ότι μπορεί να μεταμορφώνεται σε ό,τι θέλει, κι έτσι έγινε κι εδώ Ξανθίας, που θέλει να γίνει Διόνυσος, μ’ ένα χιούμορ που ήξερε πώς να γίνεται λαϊκό. Ο Αντώνης Μυριαγκός σ’ αυτή την παράσταση χόρεψε αλλιώς, τσαλακώθηκε αλλιώς, εντάχθηκε αλλιώς και ήταν αγνώριστος (με θετικό πρόσημο). Και βέβαια στην κορυφαία σκηνή της κωμωδίας, δεν θα μπορούσα να φανταστώ, σ’ αυτή την παράσταση, μ’ αυτό το ύφος, να είναι άλλοι ηθοποιοί από τον Ακύλλα Καραζήση και τον Νίκο Χατζόπουλο στους ρόλους του «εναλλακτικού» Ευριπίδη με το ποπ κοστούμι και του «σοβαρού» Αισχύλου αντίστοιχα. 

Για όλους αυτούς τους λόγους δεν είναι τυχαίο ότι οι ελάχιστοι, δυστυχώς, θεατές, περίπου 1.500, έφεραν τέσσερις φορές στη σκηνή τους συντελεστές της παράστασης, που παίχτηκε Σάββατο και Κυριακή στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. Φαντάζομαι όχι γιατί δεν είναι ελκτικός ο Αριστοφάνης. Αλλά γιατί οι ηθοποιοί της παράστασης, με μακρά και σπουδαία πορεία στο θέατρο, δεν έχουν παίξει σε τηλεοπτικές σειρές…

Ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση: Νίκος Α. Παναγιωτόπουλος, Σκηνοθεσία: Αργυρώ Χιώτη, Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη, Μουσική: Jan Van Angelopoulos, Κοστούμια: Άγγελος Μέντης, Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας, Προπόνηση – Ακροβατικά: Μανούκ Καρυωτάκης, Βοηθός σκηνοθέτιδας: Κατερίνα Κώτσου, Βοηθός σκηνογράφου: Άννα Ζούλια, Βοηθός ενδυματολόγου – Ειδικές κατασκευές: Άελλα Τσιλικοπούλου, Βοηθός στη δραματουργία: Elyssa Brunel Leydet, Τεχνικός σύμβουλος ήχου: Brian Coon, Κατασκευή σκηνικού: Lazaridis Scenic Studio, Ζωγραφική σκηνικού: Φρέντυ Γκίζας, Κατασκευή κοστουμιών: Λίτσα Μουμούρη, Έφη Καραντάσιου.

Φωτογράφος παράστασης: Γκέλυ Καλαμπάκα

Παίζουν (με σειρά εμφάνισης): Εύη Σαουλίδου (Ξανθίας), Μαρία Κεχαγιόγλου (Διόνυσος), Μιχάλης Βαλάσογλου (Ηρακλής), Μανούκ Καρυωτάκης (Νεκρός), Ευθύμης Θέου (Χάρος, Αιακός, Πλούτων), Τζωρτζίνα Χρυσκιώτη (Θεράπαινα, Ξενοδόχα Α’), Χαρά Κότσαλη (Ξενοδόχα Β’), Δήμητρα Βλαγκοπούλου (Υπηρέτης), Ακύλλας Καραζήσης (Ευριπίδης), Νίκος Χατζόπουλος (Αισχύλος), Αντώνης Μυριαγκός (Κορυφαίος).

Χορός βατράχων και μυστών: Μιχάλης Βαλάσογλου, Δήμητρα Βλαγκοπούλου, Ευθύμης Θέου, Μανούκ Καρυωτάκης, Χαρά Κότσαλη, Σπύρος Μάστορας, Αντώνης Μυριαγκός, Τζωρτζίνα Χρυσκιώτη.