- Διαφήμιση -

Είναι καλοκαίρι αχρονολόγητο, όπως και το τρίπτυχο του Επιτάφιου Θρήνου, ωραίο όπως και το φθινόπωρο που ακολούθησε. Δεν υπέφεραν απ’ το κρύο ή την πείνα ο ζωγράφος κι η γυναίκα του, όπως άλλοτε. Ο ζωγράφος ήταν ο Ζορζ ντε λα Τουρ (1593-1652). Χωρίς χρονολογίες τα έργα του.

Ο Γιαν Λόρενς Σίσλινγκ, που έχει γράψει έναν ωραίο μονόλογο για τον ζωγράφο της Tουρ ντι Πεν, λέει πως δεν έχει καν όνομα. Αλλά όποιος δεν έχει όνομα, δεν υπάρχει. Όταν όμως υπάρχουν έστω και αχρονολόγητα τόσα αριστουργηματικά έργα όπως τα δικά του, τότε θα αναγκαστούμε κι εμείς να ακολουθήσουμε την παράδοση δίνοντάς του το αόριστο όνομα Ζορζ ντε λα Τουρ. Ήταν συνηθισμένο στον καιρό του οι καλλιτέχνες να παίρνουν το όνομα της γενέτειράς τους ή της περιοχής όπου έζησαν τον περισσότερο καιρό.

-Ανακαλύψτε το νέο e-shop του Βιβλιοπωλείου ΚΟΥΚΙΔΑ-

Ο Λα Τουρ ήταν προστατευόμενος του Δούκα της Λωρραίνης, ο οποίος τον πήρε υπό την προστασία του το 1623. Ενώ το 1638 ο Λουδοβίκος ΙΓ’ θεώρησε τον πίνακά του Ο Άγιος Σεβαστιανός δέχεται τις περιποιήσεις της Αγίας Ειρήνης «τόσο καλού γούστου, ώστε η Αυτού Μεγαλειότητα αφαίρεσε όλους τους άλλους πίνακες από το δωμάτιό του και κράτησε μόνο εκείνον του Λα Τουρ».

Ο ζωγράφος ήταν επηρεασμένος από τον καραβατζισμό ή από τον Χόντχορστ, ο οποίος ανήκε στη σχολή της Ουτρέχτης. Δεν αποκλείεται όμως οι επήρειες αυτές να μην υπήρξαν καν και όλα να οφείλονται στην ιδιοφυή επινόηση του ζωγράφου, ο οποίος προτιμούσε τις δραματικά φωτισμένες σκηνές που απέπνεαν μια έντονη θεατρικότητα και χρησιμοποιούσε γι’ αυτό κεριά ως τη μόνη φωτιστική πηγή. Τα χρώματά του, πλούσια και υποβλητικά, θα μπορούσε κανείς να τα αντιγράψει από το κείμενο του Σίσλινγκ, τάχα μονόλογο του ίδιου του ζωγράφου:

«Ψιμύθι
άσπρο από κόκαλα
αζούρι
σμάλτο
λάπις λάζουλι
φαιοκυανούν
κιννάβαρι κυανούν
γαιώδες πράσινο
μαλαχίτης
ώχρα
κίτρινο από περιττώματα πουλιών
κίτρινο του γυαλιού
σιένα ωμή
βερμιγιόν
σιένα καμένη
αιθάλη κιτρινοκαφέ
πετροκάρβουνο (και τέσσερα μαύρα:) του γαιάνθρακα, από καμένα κόκαλα, από κληματόβεργες και από ίζημα ροδακινίτη».

Ο ζωγράφος στον καιρό του ήταν επιτυχημένος και ο προστάτης του ισχυρός, γι’ αυτό είναι παράξενο πως μετά τον θάνατό του ξεχάστηκε εντελώς και ανακαλύφθηκε εκ νέου το 1915.

Όταν όμως υπάρχουν έστω και αχρονολόγητα τόσα αριστουργηματικά έργα όπως τα δικά του, τότε θα αναγκαστούμε κι εμείς να ακολουθήσουμε την παράδοση δίνοντάς του το αόριστο όνομα Ζορζ ντε λα Τουρ.

Το 1934 τον ανακαλύπτει ο ποιητής Ρενέ Σαρ σε μια έκθεση στην Orangerie. Ο πίνακας με τίτλο Ο Ιώβ λοιδορούμενος από τη γυναίκα του τον εντυπωσίασε τόσο πολύ, που τον συντρόφευσε για χρόνια, ενώ την περίοδο της αντιστασιακής του δράσης κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στη Νότια Γαλλία είχε κρεμασμένο ένα αντίγραφό του στον τοίχο του καταφυγίου του και τις ώρες της μοναξιάς του συνομιλούσε μαζί του. Στο απόσπασμα 178 από τα Φύλλα του ύπνου, την περίφημη ποιητική του συλλογή (που έχει μεταφράσει στα ελληνικά ο Θανάσης Χατζόπουλος), ο Σαρ γράφει:

«Το έγχρωμο αντίγραφο του Φυλακισμένου του Ζορζ ντε λα Τουρ που κάρφωσα στον τοίχο από ασβέστη του δωματίου όπου εργάζομαι, μοιάζει, με τον καιρό, να αντανακλάει το νόημά του στη συνθήκη μας. Σφίγγει την καρδιά αλλά πόσο ξεδιψάει! Εδώ και δύο χρόνια, ούτε ένας ανυπότακτος που να μην έχει κάψει τα μάτια του στα αποδεικτικά στοιχεία αυτού του κεριού διαβαίνοντας την πόρτα. Η γυναίκα εξηγεί, ο έγκλειστος ακούει. Οι λέξεις που πέφτουν από αυτή τη γήινη μορφή κόκκινου αγγέλου είναι ουσιώδεις λέξεις, λέξεις που σπεύδουν σε βοήθεια. Στο βάθος του μπουντρουμιού, τα στεάτινα λεπτά της λάμψης τραβούν και αδυνατίζουν τα χαρακτηριστικά του καθισμένου άντρα. Δεν ξέρω ούτε μια ανάμνηση για να φέρω μια ανατριχίλα στην ισχνότητά του, ισχνότητα ξερής τσουκνίδας. Η γαβάθα είναι ένα ερείπιο, αλλά το φουσκωτό φόρεμα γεμίζει αίφνης όλο το μπουντρούμι. Ο Λόγος της γυναίκας γεννάει το ανέλπιστο καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη αυγή. Ευγνωμοσύνη στον Ζορζ ντε λα Τουρ που επιβλήθηκε στα χιτλερικά σκοτάδια με έναν διάλογο ανθρώπινων όντων».

Την παραμυθία αυτή δεν τη δέχτηκε μόνο ο Ρενέ Σαρ, αλλά σχεδόν κάθε προσεκτικός θεατής ή κάθε βασανισμένος άνθρωπος.

Ο Λα Τουρ, στην επιστροφή του από ένα ταξίδι με τα πόδια, περνώντας τις Άλπεις όπου συνάντησε μια μεγάλη ομάδα προσκυνητών, αλλά και τη γυναίκα που παντρεύτηκε, τη Μανταλένα, αρρώστησε βαριά και νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο ενός μοναστηριού. Η ηγουμένη τού ζήτησε όταν ανάρρωσε να ζωγραφίσει έναν Επιτάφιο Θρήνο για το μοναστήρι. Αφού πήρε την ευλογία και υπέβαλε ένα μεγάλο και αναλυτικό βιογραφικό του στον Επίσκοπο, όπου εξηγούσε με πάσα λεπτομέρεια τι είδε στα ταξίδια του στην Ιταλία και στη Γερμανία, γιατί πίστευε πάντα πως «η περιπλάνηση είναι στη φύση του», ενώ οι ρίζες τού δημιουργούν πλήξη, προετοιμάστηκε με τη βοήθεια της Μανταλένας να φτιάξει ένα τρίπτυχο με τον Επιτάφιο Θρήνο. «Άρχισα από το εσωτερικό του τριπτύχου. Ξεκινώ από τη μέση, όπως όλοι οι ζωγράφοι. Ο Επιτάφιος Θρήνος είναι στη μέση. Είναι το κέντρο του χριστιανικού δράματος. Ο Σταυρός είναι κενός. Ο Χριστός είναι νεκρός. Η οικογένεια και οι φίλοι του συνειδητοποιούν ότι δεν υπάρχει πλέον καμιά ελπίδα. Ο θάνατος είναι θάνατος. Ιδού η μοίρα ακόμα και των πιο εξαίρετων μεταξύ μας. Ιδίως των πιο εξαίρετων. Θρηνούμε. Πικρά. Δεν συγκρατούμαστε πλέον. Κατηγορούμε. Κατηγορείσαι εσύ, άνθρωπε. Σου δείχνουν αυτόν τον δολοφονημένο αθώο…».

Και συνεχίζει με τα πρόσωπα του δράματος, τη Μαρία Σαλώμη, τη Μαρία του Κλωπά, τη Μαρία τη μητέρα του, τη Μαρία τη Μαγδαληνή, τον Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας, τον Νικόδημο και τον Ιωάννη. «Είναι η ώρα η πιο σκοτεινή» όταν θα καλύψουν το σώμα του Ιησού με το σάβανο. «Ο Σταυρός μοιράζει, με την κατακόρυφο, το πεδίο στα δύο. Δεν μοιράζει μήπως στα δυο τον κόσμο και την ιστορία; Τέσσερα κεφάλια εδώ, τέσσερα κεφάλια εκεί, σωστός ρυθμός, σωστές αναλογίες». Και συμπληρώνει ο ζωγράφος, τελειώνοντας την –κατά Σίσλινγκ– κατάθεσή του, πως αποφάσισε να μη βάλει κρίνους, παιωνίες, μαργαρίτες και τριαντάφυλλα όπως άλλοι ζωγράφοι, αλλά τοποθέτησε στην ίδια αυτή θέση το σφυρί, τα καρφιά και τις τανάλιες. Ο Γολγοθάς είναι ένας λόφος, ο Σταυρός βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο του και επέχει τη θέση ενός φάρου. Η Άβυσσος είναι η είσοδος στον Άδη, το προαύλιο της Κόλασης. Η Άβυσσος είναι που χαίνει κάτω από τον Εσταυρωμένο στην περίφημη Σταύρωση του Νταλί. Δεν υπάρχει καμιά ομοιότητα, φυσικά. Η κάθε εποχή βλέπει διαφορετικά το Θείο Δράμα. Εξάλλου ο πίνακας του Νταλί δεν απεικονίζει τον Επιτάφιο Θρήνο, αλλά τη Σταύρωση.

Το Θείο Δράμα δυο φορές τραγικό, αφού η μεγάλη ελπίδα θάβεται με το άδειο από αίμα Θείο Σώμα που προκαλεί βαθύ πένθος, αλλά η Ανάσταση απέχει μόλις τρεις μέρες. Ίσως εδώ η παραμυθία που ένιωσε βαθιά μέσα του ο ποιητής να είναι διαφορετική, αφού πρόκειται για ανακούφιση μέσω των δακρύων.

Ο Ζωρζ ντε λα Τουρ, όταν στάθηκε μπροστά στο τρίπτυχο που δημιούργησε, κατάλαβε πως το έργο του είχε αποκτήσει τη δική του μανιέρα, επειδή αφού ολοκληρώθηκε αποσπάστηκε από το χέρι του ζωγράφου και αυτονομήθηκε, όπως συμβαίνει πάντα. Έπειτα, το κάθε έργο μιλάει με διαφορετική φωνή στον κάθε θεατή. Έτσι όλες οι ερμηνείες, απλές ή σύνθετες, «νομιμοποιούνται». Όπως οι μάρτυρες ενός συμβάντος το αφηγούνται αργότερα διαφορετικά ο καθένας, το ίδιο συμβαίνει και με την κατανόηση ενός έργου από διαφορετικούς ανθρώπους.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Ο Ολλανδός ιστορικός τέχνης Γιαν Λόρενς Σίσλινγκ [μτφρ. Άννα Περιστέρη, επίμετρο Διονύσης Καψάλης, Εκδόσεις Πόλις, 1997] έγραψε αυτόν τον ωραίο μονόλογο [κι ελπίζω να το αντιλήφθηκε ο αναγνώστης από τα αποσπάσματα που παρατέθηκαν] για έναν φανταστικό ζωγράφο, χωρίς όνομα μάλιστα. Ο συντάκτης όμως του άρθρου θεώρησε πως η ζωή του ζωγράφου της Τουρ έχει αρκετές ομοιότητες με εκείνη του Ζορζ ντε λα Τουρ και αυθαιρέτησε. Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, επίσης, ο Ζορζ από την Τουρ δε ζωγράφισε ποτέ ένα τρίπτυχο με τον Επιτάφιο Θρήνο για το παρεκκλήσι κάποιου μοναστηριού. Αλλά ο πίνακας Ο Ιώβ λοιδορούμενος από τη γυναίκα του, που παρηγόρησε στις δύσκολες στιγμές του καταφυγίου τον Ρενέ Σαρ και τον έκανε να γράψει το πεζό ποίημά του, είναι υπαρκτός και τον ανέφερε η Ιωάννα Αβραμίδου, γνωστή μεταφράστρια, σε μια ανάρτησή της στο Facebook. Αυτή η αναφορά αποτέλεσε την αφορμή του άρθρου, αλλά όχι και αυθαιρεσίας.