Διαβάζοντας το δελτίο τύπου που έφτασε στο sfedona.gr από το Επιμελητήριο Αρκαδίας με θέμα την συνεργασία και την αλληλοϋποστήριξη  μεταξύ  Επιμελητηρίου και Πανεπιστήμιου Πελοποννήσου , συλλογίζομαι για ακόμα μια φορά την ελλιπή συνεργασία μεταξύ θεσμικών φορέων και  της Πανεπιστημιακής Κοινότητας στην Κόρινθο.

Στο Δελτίο Τύπου αναφέρεται :

«Ο κ. Μπουντρούκας εξέφρασε την απερίφραστη στήριξη του Επιμελητηρίου Αρκαδίας στο έργο του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και την επιθυμία της επιχειρηματικής κοινότητας για την πρόοδο και την καθιέρωσή του ως βασικού πυλώνα στήριξης της ανάπτυξης ολόκληρης της περιοχής και συνδετικού κρίκου μεταξύ της γνώσης και της αγοράς. Επίσης, έκανε μια σύντομη αναδρομή στις κοινές δράσεις που έχουν αναπτύξει μέχρι σήμερα το Επιμελητήριο και το Πανεπιστήμιο και εξέφρασε την ευχή η συνεργασία αυτή να ενταθεί και να αποφέρει περισσότερα αποτελέσματα προς όφελος τόσο της ακαδημαϊκής όσο και της επιχειρηματικής κοινότητας, αλλά και της τοπικής κοινωνίας».

 

Αναρωτιέμαι γιατί στην Κόρινθο δεν υλοποιούνται τέτοιες πρωτοβουλίες … Μετά μου έρχονται στο μυαλό όσα ο Βασίλης Μπαλάφας μου ανέλυσε  (στην πρόσφατη συνέντευξη που έδωσε στο sfedona.gr) στην ερώτηση σχετικά για το πόσο η περιοχή μας έχει αδράξει τις ευκαιρίες για ανάπτυξη επωφελούμενη την  παρουσία και λειτουργία δυο σημαντικών σχολών στην πόλη της Κορίνθου.

 

Παραθέτω αποσπασματικά το σημείο της συνέντευξης που γίνετε αναφορά στο συγκεκριμένο θέμα :

Είσαι υποψήφιος Δρ. Πανεπιστημίου Πελοποννήσου  στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων στην Κόρινθο. Πιστεύεις ότι η πόλη μας έχει αδράξει τις ευκαιρίες που τις δίνονται μέσα από αυτή την σχολή ;

Η σχέση της πόλης μας με το Πανεπιστήμιο είναι μια πονεμένη ιστορία. Έχω την αίσθηση ότι ποτέ η πόλη δεν πίστεψε στο Πανεπιστήμιο και το Πανεπιστήμιο ποτέ δεν πίστεψε στην πόλη. Έχοντας ζήσει σε μια επαρχία που εκτοξεύτηκε από τη δημιουργία Ανώτατων Σχολών, την Άρτα, η οποία από το 1996 έως το 2002 αύξησε τον πληθυσμό της κατά περίπου 7.500 νέους ανθρώπους και άλλαξε ριζικά τη φυσιογνωμία της και σε επίπεδο υποδομών μεταξύ άλλων, είδα από πολύ νωρίς το έλλειμα ώσμωσης μεταξύ Κορίνθου και Πανεπιστημίου. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα οι δύο κοινότητες πέρασαν παράλληλους βίους αγνοώντας πλήρως η μια την άλλη.

 

Ακόμα και σήμερα οι περισσότεροι Κορίνθιοι αγνοούν ότι η πόλη έχει δύο πανεπιστημιακά τμήματα και όχι ένα. Η δε τραγική σύμπτωση του ενός τμήματος με το Δημοτικό Θέατρο, ποτέ δεν του επέτρεψε να διαμορφώσει μια προσωπικότητα. Ένα κτίριο που υποτίθεται ότι αποτελούσε «όνειρο» για τους Κορίνθιους, στέγασε τελικά το ένα τμήμα του Πανεπιστημίου μεταδίδοντας μια πολύ θολή εικόνα για την ταυτότητά του.

Και αν όταν αυτό έγινε ήταν μια αναγκαιότητα για να έχει μια στέγη το Πανεπιστήμιο. Η αδιαφορία του Δήμου ή άλλων φορέων να εξασφαλίσουν μέχρι σήμερα για το Πανεπιστήμιο μια αυτόνομη κτιριακή υποδομή, έναν χώρο τον οποίο θα τον χαρακτήριζε το ίδιο το ακαδημαϊκό ίδρυμα και δεν θα ήταν από πριν χαρακτηρισμένος, έναπανεπιστημιακό campus, είναι εγκληματική και καταδεικνύει την έλλειψη συνειδητοποίησης του τι σημαίνει μια πόλη να διαθέτει δύο πανεπιστημιακά τμήματα.

 

Αυτός ήταν και ο λόγος που το 2013-2014 τα τμήματα της Κορίνθου κινδύνεψαν άμεσα από το σχέδιο «Αθηνά». Ευτυχώς μέχρι τότε τουλάχιστον τα τμήματα είχαν φροντίσει να ενισχυθούν ακαδημαϊκά, να λάμψουν σε πανελλαδικό επίπεδο, να προσφέρουν πλήρη μεταπτυχιακά προγράμματα και χάρη σε κάποια συγκεκριμένα κορυφαία πρόσωπα και των δύο τμημάτων, να επιτύχουν τις απαραίτητες συμμαχίες για την επιβίωσή τους. Σε αυτό τον αγώνα θεσμικά η πόλη ήταν απούσα.

 

 

Ευτυχώς όπως είπα, τα τελευταία χρόνια και κυρίως μετά το 2010, το Πανεπιστήμιο ανοίχτηκε στην κοινωνία. Η πρώτη προσπάθεια που θυμάμαι ήταν οι «Ανοιχτές Πόρτες» από το τμήμα Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής επί Προεδρίας Παπαθεοδώρου, προσπάθεια που εξασθένησε γρήγορα. Μετά πήρε τη σκυτάλη το δεύτερο σε σειρά ίδρυσης τμήμα, το τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων το οποίο με συνέδρια, ημερίδες, το θεσμό του «Πανεπιστημίου της Κοινωνίας», τα «Καλοκαιρινά Σχολεία», την ανακήρυξη του Προέδρου της Δημοκρατίας σε επίτιμο Διδάκτορα, τις επισκέψεις – διαλέξεις διεθνούς κύρους επιστημόνων και Καθηγητών, την επιτυχημένη ακαδημαϊκή του εξέλιξη, τη συμμετοχή πολλών Κορινθίων στα προπτυχιακά και μεταπτυχιακά του προγράμματα (και στα δύο τμήματα), την εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου προγράμματος αλληλεπίδρασης από τον τότε Πρόεδρο, Καθηγητή Σκλιά. Το άνοιγμα αυτό επίσης δεν βρήκε αρωγούς τους θεσμούς της πόλης, αλλά στάθηκε αρκετό για να σωθούν τα τμήματα.

 

Τώρα τελευταία, ευτυχώς, διάφοροι φορείς προσεγγίζουν τα τμήματα και συνάπτουν συνεργασίες οι οποίες ευελπιστώ να οδηγήσουν και σε συνέργειες, που είναι απαραίτητες πέραν των άλλων και για τη διεκδίκηση και εξασφάλιση αναπτυξιακών κονδυλίων. Πρέπει όμως ακόμα να γίνει πολλή δουλειά, κυρίως από πλευράς Δήμου, θεσμική δουλειά.

 

Για να είμαστε δίκαιοι βέβαια, είναι και τέτοια η φύση των τμημάτων που δεν επέτρεψε το να έχουν οι Κορίνθιοι έναν άμεσο αντίκτυπο. Η Κόρινθος είναι κοντά στην Αθήνα, η πλειοψηφία των φοιτητών δεν ζει στην πόλη, η τοπική οικονομία δεν είδε κάποια σημαντική διαφορά. Οι καθηγητές δεν ζουν στην Κόρινθο, δεν έρχονται σε άμεση επαφή με το κοινωνικό σύνολο πέραν των όποιων εκδηλώσεων, παραμένουν όμως εξ όσων γνωρίζω διαθέσιμοι προς αξιοποίηση. Για σκεφτείτε ότι έχουμε τόσα στοιχεία ως νομός και ως πόλη που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για ερευνητικούς σκοπούς και προγράμματα και δεν έχει προχωρήσει ούτε ένα.

 

Δεν καταφέραμε ως πόλη να εξασφαλίσουμε ένα κτίριο ακόμα και όταν το ένα τμήμα βρέθηκε σχεδόν άστεγο, στο δρόμο χωρίς υπερβολή. Σήμερα τα δύο τμήματα παραμένουν χωριστά στεγασμένα, το ένα στο παραχωρημένο κτίριο του Δημοτικού Θεάτρου και το άλλο με ενοίκιο στο κτίριο που βρίσκεται το ΙΚΑ και ένα σούπερ μάρκετ, απέναντι από τον ανενεργό σταθμό του ΟΣΕ που και αυτός νοικιάστηκε από δημοτικές υπηρεσίες.

 

Τα σημαντικά όμως δεν είναι αυτά, είναι, όπως είπατε, οι χαμένες ευκαιρίες. Η πόλη δεν αξιοποιεί ούτε τους ανθρώπους του Πανεπιστημίου, ούτε τη γνώση που παράγεται, ούτε καν δανείζεται λίγη από την αίγλη που φέρνουν ορισμένες εκδηλώσεις. Στα προγράμματα ΕΣΠΑ που τρέχουν αυτή την περίοδο, ο λεγόμενος «τριπλός έλικας ανάπτυξης» περιλάμβανε ως ένα του σκέλος την ακαδημαϊκή κοινότητα. Ο Δήμος όχι απλώς αγνόησε αυτό το πλεονέκτημα, αγνόησε όλο το ΕΣΠΑ.

 

Βλέπω όμως πολλούς Κορίνθιους και πολλές Κορίνθιες τελευταία να πλησιάζουν το Πανεπιστήμιο. Σπουδάζουν σε αυτό, παρακολουθούν διαλέξεις και εκδηλώσεις, ενώ ήδη πλέον αρκετοί υποψήφιοι διδάκτορες είναι Κορίνθιοι, μερικοί εκ των οποίων με σημαντικές υποτροφίες όπως η κα Δασκαλοπούλου που το 2016 πήρε υποτροφία από το ΙΚΥ και αυτό είναι εξαιρετικά τιμητικό.

 

Αν αυτή η ανεπτυγμένη πια ώσμωση ανθρώπων και Πανεπιστημίου, περάσει και σε επίπεδο θεσμών τότε θα βγούμε όλοι κερδισμένοι συνολικά. Το μείζον είναι όμως η υποδομή, το κτιριακό ζήτημα που πρέπει να λυθεί άμεσα ακόμα και αν ο ίδιος ο Δήμος πρέπει να το αναλάβει. Γιατί δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος για το τι θα συμβεί σε μια ενδεχόμενη δεύτερη «Αθηνά». Και μη νομίζετε ότι είναι λίγοι εκείνοι εκτός νομού που θα χαίρονταν αν η πόλη έμενε χωρίς Πανεπιστήμιο. Δεν χρειάζεται να τους βοηθάμε και «εκ των έσω».

 

Διαβάστε όλη την συνέντευξη ΕΔΩ